Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Σπάει το μπλοκ των «αριθμολάγνων»

Aπό το  news247

Του Κώστα Αργυρού

του Μιχάλη Κoυντούρη, efsyn
Η μεγαλύτερη προσωπική έκπληξη σε αυτές τις εκλογές ήταν όταν είδα βουλευτές του αυστριακού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος να απευθύνονται προς τους Ελληνες ψηφοφόρους και να τους διαβεβαιώνουν -μαζί και με τους Πράσινους- ότι δεν χρειάζεται να φοβούνται τίποτα αν ψηφίσουν την Αριστερά. Δεν μιλάμε εδώ για κάποιους «μπαχαλάκηδες» ή «παλαιοκομμουνιστές», αλλά για βουλευτές ενός κυβερνητικού κόμματος, μιας χώρας που παραδοσιακά ανήκε, σε αυτό που σχηματικά αποκαλούμε «γερμανικό μπλοκ». Μιας χώρας, που δεκαετίες πριν από το ευρώ το νόμισμά της (το σελίνι) ήταν σταθερά προσδεδεμένο στο γερμανικό μάρκο.
Η στήριξη αυτή στον ελληνικό λαό, η διαβεβαίωση ότι υπάρχουν εκατομμύρια πολίτες σε αυτή την Ευρώπη, που σέβονται και αποδέχονται την άποψη του και την ετυμηγορία του αποτελεί την κορυφαία ίσως «κατάκτηση» αυτού του προεκλογικού αγώνα. Δεν ξέρω αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρει να δικαιώσει τις προσδοκίες. Δεν ξέρω αν θα μπορέσει πράγματι να λυγίσει την σκληρότητα του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και του ολλανδικού «κλώνου» του Γερούν Ντάισελμπλουμ. Εχοντας όμως ζήσει αρκετά χρόνια στην Αυστρία και ξέροντας καλά το SPÖ (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Αυστρίας), όπως και το κλίμα που καλλιεργήθηκε και στη Βιέννη για το «ελληνικό ζήτημα» και τους «ακαμάτηδες του Νότου», είμαι σίγουρος ότι μια τέτοια τοποθέτηση θα ήταν αδιανόητη πριν από δύο ή τέσσερα χρόνια. Και αυτό θορυβεί και τον Σόιμπλε και τον Ντάισελμπλουμ.
Και πρέπει να αποδωθεί 100% στην απόφαση, που δείχνει να παίρνει ο ελληνικός λαός να αγνοήσει οριστικά τις απειλές των γερακιών του Βερολίνου και των εδώ εντεταλμένων τους και να προχωρήσει σε μια απόφαση, που απλά επιβεβαιώνει ότι «δεν πάει άλλο».
Είχα γράψει πριν από μερικές μέρες, ότι το εκλογικό αποτέλεσμα στην Ελλάδα θα μπορούσε να αποτελέσει μια «μεγάλη ευκαιρία και για την Ευρώπη». Μιλώντας με αρκετούς ανθρώπους στο εξωτερικό τις τελευταίες ημέρες αυτή η άποψη ενισχύεται. Κάποιοι που μπορεί να θεωρούσαν τρελή μια τέτοια ψήφο, τώρα το ψάχνουν περισσότερο. Θα έχετε προφανώς διαβάσει για Γάλλους σοσιαλιστές ή αριστερούς του Δημοκρατικού Κόμματος του Ματέο Ρέντσι, που άλλοι ψιθυριστά και άλλοι πλέον φωναχτά δηλώνουν ότι ελπίζουν σε μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, που θα μπορούσε να βάλει στην ατζέντα της ΕΕ ζητήματα, που ως χθες αποκαλούνταν «αυστηρώς ακατάλληλα». Ανάλογα μηνύματα έρχονται και από την Ιρλανδία, την Πορτογαλία ή και την Ουγγαρία, χώρες που επίσης είναι αμφίβολο αν μπορούν να χαρακτηρίσουν μακροπρόθεσμα «βιώσιμο» το χρέος τους.
Το μπλοκ των αριθμολάγνων τεχνοκρατών δεν έχει πια μόνο κάποια ραγίσματα. Αποκτά ολόκληρες τρύπες. Κλονίζεται, καθώς όλη η Ευρώπη βλέπει πια τα αδιέξοδα μιας πολιτικής που αντί να μπορέσει να εκμεταλλευτεί την κρίση για να απαλλαγεί από το στραγγάλισμα των ανθρωποκτόνων αγορών, προτίμησε να παίξει ξανά το ρόλο του υπηρέτη τους.
Δεν είναι ούτε οίκτος δικός τους, ούτε ζητιανιά δική μας, δεν είναι ελεημοσύνη όπως έλεγαν μέχρι πρότινος οι θλιβεροί απολογητές των μνημονίων, που κάνει πια δεκάδες οικονομολόγους σε όλο τον κόσμο να βγαίνουν ακόμα και στις ναυαρχίδες του νεοφιλελευθερισμού όπως οι «Financial Times» και να μιλούν για μια δίκαιη ελάφρυνση του δημόσιου χρέους της Ελλάδας και στη συνέχεια και άλλων χωρών.
Είναι η αντίδραση των Ελλήνων πολιτών, που αψήφησαν τους εκφοβισμούς, τις απειλές και τα χοντροκομμένα ψέμματα που έκανε πολλούς να ασχοληθούν πιο σοβαρά με το πρόβλημα πέρα από τα κλισέ της BILD, του Focus και της Frankfurter Allgemeine και να παραδέχονται τώρα ότι η πολιτική που επιβλήθηκε στον ελληνικό λαό ήταν εκδικητική, μικρόψυχη και απέτυχε παταγωδώς.
Κάτι έχει αλλάξει πράγματι στην Ευρώπη. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μάριο Ντράγκι αγνόησε τις προειδοποιήσεις και τις ειρωνείες του γερμανικού τύπου όλο το περασμένο διάστημα και αποφάσισε να ανακοινώσει μέτρα που έκαναν το Βόλφγκανγ Σόιμπλε να βγάζει αφρούς. Δεν είναι τυχαίο που ξαφνικά ο Τσίπρας δεν εμφανίζεται ως «τρομοκράτης» στις ξένες εφημερίδες. Είναι απλά το αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης ότι δε μπορεί ένας ολόκληρος λαός να παραφρόνησε... Κάποιο σοβαρό λόγο θα έχει για να αντιδρά.
Είναι κρίμα, που κάποιοι συνεχίζουν το τροπάρι του αυτομαστιγώματος και εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε «απειλές» της Μέρκελ και του Σόιμπλε, για να γυρίσουν το κλίμα και να πάρουν καμιά ψήφο. Για αυτούς που κυβέρνησαν ως τώρα είναι ως ένα βαθμό αναμενόμενο να μην μπορούν να παραδεχτούν πόσο λίγοι και τρομαγμένοι υπήρξαν, πόσο «λεβέντες και πατριώτες» εντός συνόρων και πόσο ετερόφωτοι και δουλοπρεπείς όταν έμπαιναν στο αεροπλάνο για τις άλλες πρωτεύουσες.

Το πιο θλιβερό είναι όμως να ακούς «μερκελικότερους της Μέρκελ», εκείνους που υποτίθεται, ότι ήρθαν για να φέρουν το «καινούριο» στην πολιτική ζωή και έχουν αυτιά μόνο για τα κρωξίματα των νεοφιλελεύθερων κοράκων. «Καινούριο» δεν είναι ο φόβος, η αγορολαγνεία, η δουλοπρέπεια και η υποταγή. Καινούριο είναι να στείλεις στην υπόλοιπη Ευρώπη το μήνυμα ότι οι Ελληνες δεν έχουν κανένα «προσωπικό πρόβλημα» με τους άλλους Ευρωπαίους πολίτες. Απλά δεν ανέχονται πλέον τους παρανοϊκούς μηχανισμούς, που εγκατέστησαν ορισμένοι στην Ευρώπη, εκμεταλλευόμενοι την κρίση για να επιβάλλουν τα συμφέροντά τους. Αλλά δεν πειράζει. Η πλειοψηφία ενός λαού είναι τελικά αυτή, που σώζει την αξιοπρέπεια όλων.

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

«Πρωθυπουργός». Ναι! Σε εισαγωγικά

sooc
Του Κώστα Αργυρού
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν ο κύριος Αντώνης Σαμαράς έχει δει την ταινία «The Interview», για την οποία τόσος θόρυβος έγινε τελευταία. Πιθανολογώ ότι δεν την είχε δει. Γιατί αν το είχε κάνει, μπορεί και να απέφευγε τις συνεχείς αναφορές του στη Βόρεια Κορέα. Και αυτό επειδή απλά θα συνειδητοποιούσε πόσο μοιάζει η αντίληψη του ίδιου και των επιτελών του για τα Μέσα Ενημέρωσης με την κωμικοτραγική συμπεριφορά του «μεγάλου ηγέτη» στην ταινία.
Ενας πρωθυπουργός, που επί δυόμισι χρόνια εμφανίστηκε μετρημένες (στα δάχτυλα του ενός χεριού) φορές στη Βουλή, που κατάργησε την παραδοσιακή συνέντευξη τύπου της ΔΕΘ, που απέφυγε με αστεία προσχήματα το debate, δε μπόρεσε τελικά να αποδειχθεί πιστός ούτε στο... καθιερωμένο «ραντεβού στο MEGA», ενός καναλιού, που μόνο για εχθρότητα απέναντί του δε μπορεί να κατηγορηθεί. Ακύρωσε μια συμφωνημένη, προκαθορισμένη, όχι «live» συνέντευξη, για το πλαίσιο της οποίας είχε μάλιστα ενημερωθεί...
Αντί για αυτό προτίμησε να κάνει ένα διάγγελμα ως «πρωθυπουργός», εκμεταλλευόμενος τις σημερινές δηλώσεις του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Μόνο που αυτό δεν ήταν διάγγελμα πρωθυπουργού, αλλά ένα τρομολαγνικό, προεκλογικό παραλήρημα ενός ανθρώπου, που ξαφνικά ανακάλυψε ότι ο εικονικός κόσμος στον οποίο τον είχαν «εγκλωβίσει» μερικοί ομοϊδεάτες αυλοκόλακες δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Ο κύριος Σαμαράς ουσιαστικά επιβεβαίωσε τρία 24ωρα νωρίτερα ότι δεν είναι πρωθυπουργός, αλλά ένας ανεξέλεγκτος πλέον παίκτης, που δεν διστάζει να διχάσει τη χώρα σε κάθε ευκαιρία, που δεν ασχολείται με τίποτα άλλο από το να βάλει τρικλοποδιές στο διάδοχό του. Που βλέπει τον Τύπο ως φωτοτυπικό μηχάνημα των ιδεολογημάτων του και νοιώθει ασφαλής μόνο σε «ασφαλή» περιβάλλοντα όπως αυτό του μορφώματος-αντικαταστάτη της ΕΡΤ και του ιδιωτικού (αλλά με κρατικές χάρες) κακέκτυπου της άλλοτε γαλαντόμας γαλάζιας ΕΡΤ...
Κρυμμένος πίσω από μονολόγους και το πρόσταγμα «φέρτε μου τις κάμερες» κατηγορεί την αντιπολίτευση για τον κίνδυνο από τη μη ολοκλήρωση της περίφημης «αξιολόγησης», την οποία ο ίδιος και η κυβέρνησή του απέτυχαν να ολοκληρώσουν, όπως θα έπρεπε μέχρι το τέλος του 2014, δυσφημώντας ουσιαστικά την ίδια του τη χώρα...
«Πολύ χειρότερο από το να χάνεις τις εκλογές, είναι να χάνεις την αξιοπρέπειά σου» είχε πει ένας έμπειρος πολιτικός. Και πρωθυπουργοί, που έχασαν στο πρόσφατο παρελθόν, προσπάθησαν να μην λησμονήσουν αυτόν τον κανόνα. Συντριπτική είναι για παράδειγμα η σύγκριση με τη στάση του κ. Κώστα Καραμανλή το 2009. Εκανε debate, έχασε σαν κύριος, παραδέχτηκε την ήττα του, έφυγε με αξιοπρέπεια. Και αυτό του το αναγνωρίζουν όλοι. Ο σημερινός «πρωθυπουργός» δίνει την αίσθηση ότι όταν μένει μόνος αρχίζει να σπάει τασάκια στο Μαξίμου, ανίκανος να αποδεχτεί ότι ο λαός μπορεί και να μην τον εμπιστεύεται πλέον...
Αν κάτι χρήσιμο αφήνει πίσω της αυτή η θλιβερή εικόνα των τελευταίων εβδομάδων είναι ότι μπορεί να αποτελέσει το παράδειγμα προς αποφυγή, για όσους θα τον ακολουθήσουν στο μέλλον. Οι επόμενοι πρωθυπουργοί της χώρας ξέρουν τώρα, πως ΔΕΝ θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τα μέσα ενημέρωσης...

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Μια ευκαιρία (και) για την Ευρώπη

Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, news 247

Πορτογαλία
 Στις ευρωεκλογές του περασμένου Μαϊου όλες οι πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη μιλούσαν για την αναγκαιότητα μιας άλλης πορείας για την Ευρώπη. Ακόμα και οι Χριστιανοδημοκράτες είχαν «εξορίσει» από την ατζέντα τους όρους, όπως η «λιτότητα» και προτιμούσαν να μιλούν για ανάπτυξη και θέσεις εργασίας για την νεολαία, για την υποχρέωση της πολιτικής να πάρει την πρωτοβουλία απέναντι στις αγορές, για το χρέος της να δει τους ανθρώπους πίσω από τους αριθμούς. Μόλις μισό χρόνο μετά, οι εκλογές στην Ελλάδα αποδεικνύουν πόσο υποκριτικά ήταν όλα αυτά.
Ενώ σε πάρα πολλές χώρες της Ευρώπης πολιτικοί, που δεν τους λες και «αναρχοκομμουνιστές», από τον Γερμανό Μάρτιν Σουλτς και τον Ιταλό Τζιάνι Πιτέλλα, μέχρι τον Ιρλανδό υπουργό Οικονομικών Μάικλ Νούναν και τον Γάλλο ομόλογό του Μισέλ Σαπέν, παραδέχονται πώς τελικά το πρόγραμμα της τρόικα απέτυχε και το πειραματόζωο ακόμα χαροπαλεύει, ενώ οι φωνές για το δικαίωμα να εκφραστεί ελεύθερα η βούληση του ελληνικού λαού καθημερινά δυναμώνουν, κάποιοι εντός της χώρας επιμένουν να ακούν μόνο τα γεράκια των αγορών και τα κοράκια της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, που ελπίζουν ότι το πειραματόζωο θα «ψοφήσει» επιτέλους για να μπορέσουν να γευτούν τις σάρκες του. Οι χθεσινοί «σωτήρες μας» επιμένουν να δηλώνουν φοβισμένοι και να προσπαθούν να φοβίσουν. Επιμένουν να αντιμετωπίζουν τους Ελληνες, ως ραγιάδες, ως ανθρωπάκια, που θα τα κάνουν πάνω τους, μόλις ακούσουν μερικά ξαναζεσταμένα σενάρια τρόμου.
Ως ένα βαθμό είναι βεβαίως λογικό. Δε μπορείς να περιμένεις κάτι διαφορετικό από εκείνους που εμπνεύστηκαν και επέμειναν σε μια απάνθρωπη και αποτυχημένη πολιτική, ούτε από εκείνους που ανέλαβαν το έργο να την εφαρμόσουν για λογαριασμό τους. Όμως λίγη ντροπή θα περίμενες να έχουν. Όπως θα περίμενες να ακούσεις κάτι διαφορετικό από αυτούς, που υποτίθεται ότι ήθελαν να φέρουν το «καινούριο» και τώρα απλά παίζουν το ρόλο της ουράς ενός χρεωκοπημένου συστήματος. Που δικαιώνουν  τα μνημόνια και φιλοδοξούν  να γίνουν καλύτεροι. Που τρομάζουν μην γκρεμίσουν τίποτα, ενώ γύρω τους απλώνονται ερείπια…
Σε μια περίοδο που η συντριπτική πλειοψηφία των οικονομολόγων σε ολόκληρο τον πλανήτη παραδέχεται ότι οι Ελληνες τιμωρήθηκαν υπερβολικά, το δημόσιο χρέος διογκώθηκε αντί να μειωθεί, η ελληνική οικονομία αποψιλώθηκε αντί να ενισχυθεί, είναι απορίας άξιον πώς υπάρχουν ακόμα κάποιοι, που επιμένουν ότι πρέπει να συνεχίσουμε σε αυτό το δρόμο. Ένα δρόμο που μαθηματικά οδηγεί στο γκρεμό, όπως έδειξαν και οι αποτυχημένες διαπραγματεύσεις το φθινόπωρο στο Παρίσι. Είναι αξιοθαύμαστη η ικανότητα κάποιων να ακούν μόνο το Σόιμπλε, τους «Σλοβάκους» απογόνους του Τίζο και εκείνους τους Φινλανδούς, που έχουν βαλθεί να αποδείξουν τελευταία ποιος είναι πιο «αληθινός» από τον άλλο.
Γιατί βεβαίως δεν υπάρχει μόνο αυτή η Ευρώπη. Ή ακόμα καλύτερα αυτή δεν είναι καν Ευρώπη. Ναι η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει. Όπως έλεγαν όλοι μέχρι το Μάιο. Αυτή η Ευρώπη όπως είναι σήμερα δεν πρόκειται να πάει μακριά. Όπως δεν θα πάει με αυτή τη λογική ένα νόμισμα, που κάποιοι προσπαθούν να το ταυτίσουν με την ευρωπαϊκή ιδέα. Ναι η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει ριζικά. Αλλά τώρα κάποιοι δεν θέλουν να το λένε, επειδή το λέει η Αριστερά. Αλλά επιτέλους κάποιος πρέπει να μιλήσει.
Αν όλοι αυτοί, που στα λόγια λένε ότι πιστεύουν στους Ελληνες, το μυαλό τους, τις ικανότητές τους και το φιλότιμό τους το εννοούσαν πραγματικά, τότε θα έπρεπε να πιστέψουν σε αυτούς τους Ελληνες και να τους καλέσουν να αρπάξουν την ευκαιρία, που δίνει η παγκόσμια ομολογία ότι η χώρα μας και αδικήθηκε και αξιοποιήθηκε για άλλες πολιτικές σκοπιμότητες. Η ομολογία που είχε ακόμα και το «Spiegel» ότι κάποιος πρέπει να δώσει το έναυσμα για μια αλλαγή πολιτικής στην Ευρώπη. Να διεκδικήσουν πραγματικά μια άλλη Ευρώπη, πιο δημοκρατική και πιο ανθρώπινη, πιο δίκαια και αληλλέγγυα. Και όχι να πάνε στις κάλπες σαν τρομαγμένα ανθρωπάκια, που θα ελπίζουν μόνο το έλεος του Σόιμπλε ή του Γιούνκερ. Αλλά το έχω ξαναγράψει. Οι πανικόβλητοι μόνο τον πανικό μπορούν να επιστρατεύσουν. Αυτοί που έμαθαν να κερδίζουν μόνο με  κολακείες, υποκλίσεις και χαριεντίσματα πώς να φανταστούν άλλο τρόπο; Ναι η Ελλάδα έχει μια ιστορική ευκαιρία να τολμήσει κάτι, που ακόμα αφορίζουν ορισμένοι σαν αδιανόητο. Να βάλει στην ατζέντα θέματα, που όλοι τα μελετάνε, αλλά κανείς δεν τολμά να ξεστομίσει. Δεν θα είναι εύκολο. Δεν θα είναι περίπατος. Αλλά θα είναι ντροπή να βάλει ξανά την ουρά στα σκέλια και να πει «Jawohl»…

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Η Βρετανία γίνεται «αγνώριστη»

Οι πολίτες βλέπουν πολλές δημόσιες υπηρεσίες στη χώρα τους να παρακμάζουν, εξαιτίας της πολιτικής περικοπών της κεντροδεξιάς κυβέρνησης και περιμένουν να δουν μια «αντιπρόταση σωτηρίας» από τους Εργατικούς του Εντ Μίλιμπαντ

Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, από την «Επένδυση»

Crosby, Merseyside
Οσοι έτυχε να βρεθούν σε κάποιο σταθμό τρένου ή μετρό του Λονδίνου την ημέρα των Χριστουγέννων θα πρέπει να αισθάνθηκαν ότι έζησαν την εμπειρία ενός δωρεάν ταξιδιού στο ...παρελθόν. Ανθρωποι στοιβαγμένοι σε αποβάθρες, που περίμεναν συχνά μάταια να περάσει ο επόμενος συρμός, που θα τους έφερνε στον προορισμό τους. Σκηνές που θύμιζαν άλλες δεκαετίες και αποτέλεσαν θέμα συζήτησης για αρκετές ημέρες. Το ερώτημα δεν αφορά μόνο τις συγκοινωνίες των μέσων σταθερής τροχιάς για τις οποίες ο αρθρογράφος του Independent, Στηβ Ρίτσαρντς έγραψε ότι «ανεχτήκαμε για πολλά χρόνια το απαράδεκτο: μερικά από τα πιο ακριβά εισιτήρια τρένων στον κόσμο, μη αξιόπιστα δρομολόγια, γεμάτα υπεράριθμους τρένα και μια κουλτούρα, που έχει στόχο να προσφέρει το ελάχιστο στους επιβάτες, απαιτώντας από αυτούς το υψηλότερο δυνατό αντίτιμο».
Η μανία των ιδιωτικοποιήσεων μπορεί τελικά να προκαλέσει ακόμα και την αγανάκτηση ενός εντύπου, που παραδοσιακά υποστηρίζει το φιλελευθερισμό και μόνο για κρατιστική ιδεολογία δε μπορεί να κατηγορηθεί. Αλλά όταν το μόνο, που βλέπει κανείς από τις ιδιωτικοποιήσεις είναι να πέφτει κατακόρυφα το επίπεδο των υπηρεσιών και να ανεβαίνουν τα πριμ και τα μπόνους κάποιων διοικητικών στελεχών, τότε ακόμα και ο πιο φανατικός αντικρατιστής μπορεί να βγει από τα ρούχα του.
Η χρονιά αυτή είναι χρονιά εκλογών για τη Βρετανία. Και ο Τύπος της έχει αρχίσει να ασχολείται με το κυνήγι του «θησαυρού», που δεν είναι άλλος από το κλασσικό κεντρικό δίλημμα των προσφερόμενων υπηρεσιών από το κράτος στον πολίτη. Ποιός μπορεί να πείσει ένα μπερδεμένο εκλογικό σώμα; Η κυβέρνηση Κάμερον-Οσμπορν που επαγγέλεται περικοπές παντού με στόχο λες να ικανοποιήσει την φαντασίωση της Ανγκέλα Μέρκελ για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς μέχρι το τέλος αυτής της δεκαετίας, δείχνει να θεωρεί παράπλευρη απώλεια την σαφή επιδείνωση του «service» που παρέχει στους πολίτες. Δεν είναι μόνο οι συγκοινωνίες στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε. Ο «μεγάλος ασθενής» είναι το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS) το καμάρι κάποτε του βρετανικού κοινωνικού κράτους, όπου τα νούμερα για να μπορέσουν να διατηρηθούν αξιοπρεπή επίπεδα περίθαλψης δεν βγαίνουν με τίποτα, αν τουλάχιστον ακολουθήσει κανείς τη λογική της λιτότητας, που ο ίδιος αρθρογράφος έγραφε ότι έφερε την ποιότητα δημόσιας ζωής στα επίπεδα του 1999.
Ο Guardian το υπολόγιζε αλλιώς και έλεγε ότι οι προβλεπόμενες δημόσιες δαπάνες της κεντροδεξιάς κυβέρνησης ουσιαστικά συγκρίνονται με τη δεκαετία του '30. Η Βρετανία μεταμορφώνεται ολοένα και περισότερο σε μια χώρα διχασμένη κοινωνικά, με τον αριθμό εκείνων που ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας και εξαρτώνται από «τράπεζες τροφίμων» και ελεημοσύνες κάθε είδους να αυξάνεται δραματικά. «Ακόμα πέντε χρόνια συντηρητικών στην κυβέρνηση μόνων τους ή σε συνασπισμό, μολυσμένων μάλιστα και από τις ιδέες του εθνικιστικού UKIP (Κόμμα Ανεξαρτησίας) θα μας φέρουν το 2020 να ζούμε σε μια χώρα αγνώριστη» σχολίαζε πικρόχολα η αρθρογράφος Πόλλυ Τόινμπι. 
Αν σε όλα αυτά προστεθούν σχέδια για συρρίκνωση του BBC και γενικά όποιουδήποτε φορέα έχει δημόσιο φορέα και συνδυαστούν και με την πιθανολογούμενη απομάκρυνση από την ΕΕ, που θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τη σκωτσέζικη επιθυμία για «απεξάρτηση» με άγνωστες παρενέργειες είναι προφανές ότι έχουν δίκιο όσοι γράφουν ήδη ότι οι εκλογές στις αρχές Μαΐου θα είναι οι πιο κρίσιμες για το μέλλον της χώρας από το 1945 και μετά.
Δεν πρόκειται απλά για μια επιλογή με το βλέμμα στις διαφοροποιήσεις στις λεπτομέρειες αλλά για δύο εντελώς διαφορετικές στρατηγικές, που φαίνεται να μπαίνουν στην εκλογική ζυγαριά. Αστάθμητος παράγοντας φυσικά το τι θα αποφασίσει να βάλει σε αυτή τη ζυγαριά ο ηγέτης των Εργατικών Εντ Μίλιμπαντ, προκειμένου να πείσει το εκλογικό σώμα ότι ένας άλλος δρόμος είναι εφικτός. Γιατί όπως έγραφε ο Στηβ Ρίτσαρντς είναι φανερό ότι ο Τζον Κάμερον και ο Τζορτζ Οσμπορν έχουν κάνει τις επιλογές τους, σε ότι αφορά το χαρακτήρα των δημόσιων υπηρεσιών στη χώρα. Αυτός που πρέπει να αποδείξει ότι έχει υψηλότερες φιλοδοξίες για μια χώρα σε σταυροδρόμι είναι ο κύριος Μίλιμπαντ.

«Πράσινη και φιλοευρωπαία» η νεολαία
Η δημοσκόπηση που παρουσίασε την τελευταία Κυριακή της χρονιάς ο «Οbserver» έδειξε και μια εντυπωσιακή «διχοτόμηση» της χώρας όχι μόνο κοινωνικά αλλά και ηλικιακά. Οι νέοι ηλικίας 17-22 ετών, αυτοί δηλαδή που θα ψηφίσουν για πρώτη φορά το Μάιο, αποδεικνύονται πολύ πιο φιλοευρωπαίοι από τον υπόλοιπο πληθυσμό, αφού σε ποσοστό 62% δηλώνουν ότι θεωρούν «καλή» ή «πολύ καλή» τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ και σε ποσοστό 67% θα ψηφίσουν «σίγουρα» ή «μάλλον» για την παραμονή της σε αυτή σε ένα πιθανό δημοψήφισμα. Μόνο ένα 19% τάσσεται κατηγορηματικά υπέρ της αποχώρησης. Το 47% ιεραρχεί σαν πρωταρχικό ζήτημα για τη χώρα να διασωθεί το Εθνικό Σύστημα Υγείας, το 41% να αντιμετωπιστεί η ανεργία και το 39% να καταπολεμηθούν η φτώχεια και οι κοινωνικές ανισότητες. Αν η τάση αυτή συνεχιστεί, τότε φαίνεται ότι στη Βρετανία μεγαλώνει μια γενιά πολιτών με κοινωνική συνείδηση και φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε αυτές τις ηλικίες ο Νάιτζελ Φάρατζ του εθνικιστικού Κόμματος Ανεξαρτησίας συγκεντρώνει μόλις το 3% των προτιμήσεων των ψηφοφόρων. Εντυπωσιακό είναι το ποσοστό των Πρασίνων με 19%, ενώ πρώτοι και με μεγάλη διαφορά έρχονται οι Εργατικοί (41% έναντι 26% των Συντηρητικών)

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Ηταν όλοι εκεί... και μετά;

Η υπεράσπιση της ανοιχτής, δημοκρατικής κοινωνίας, οι κραυγές για περισσότερο «αστυνομικό» κράτος και η δυσκολία να σκεφτεί κανείς νηφάλια μετά από ένα τόσο ισχυρό σοκ

Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, από την «Επένδυση»

«Η δύναμη της εικόνας» έχει απασχολήσει κατά κόρον τους κοινωνιολόγους τις τελευταίες δεκαετίες και ανεξάρτητα από πολιτική και ιδεολογική τοποθέτηση, όλοι τους μοιάζουν να συμφωνούν ότι η δύναμή της είναι τεράστια και απρόβλεπτη, σε βαθμό που να αποτελεί από μόνη της «μήνυμα». Τον κανόνα επιβεβαίωσαν όσα έγιναν στο Παρίσι από την προηγούμενη Παρασκευή μέχρι την Κυριακή.
Το μήνυμα της απειλής για την Ευρώπη, που έστειλαν οι αποφασισμένοι μέχρι θανάτου τζιχαντιστές και έκανε τους αποσβολωμένους Γάλλους -και όχι μόνο- να αισθανθούν ότι η ζωή τους ξαφνικά έχει φυλακιστεί σε μια εμπόλεμη ζώνη, έχασε -ευτυχώς- κάτι από την τετρατώδη ισχύ του από το άλλο μήνυμα, που έστειλαν εκατομμύρια ανθρώπων όχι μόνο στο Παρίσι αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη. «Δε φοβόμαστε» και «είμαστε όλοι Charlie» είπαν αποφασιστικά, αλλά χωρίς κραυγές άνθρωποι εντελώς διαφορετικών κοινωνικών προελεύσεων και πολιτικών πεποιθήσεων.
Ομως αυτοί, που έχουν βάλει στο στόχαστρο αυτό που σχηματικά αποκαλούμε «ανοιχτή κοινωνία» δεν πρόκειται να μείνουν με σταυρωμένα τα χέρια. Και γνωρίζουν ότι η σύγκρουση δεν τελειώνει εδώ.
Η συζήτηση για το πώς θα μπορέσουν οι δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ασφάλεια και την προστασία της ιδιωτικότητας δεν είναι καινούρια. Αλλά τώρα μπαίνει στην ημερήσια διάταξη με έναν ακόμα πιο εμφατικό τρόπο. Και ο φόβος ότι χαμένη από αυτή την αντίθεση μπορεί να είναι τελικά η δημοκρατία είναι βάσιμος. Σε μια σειρά από χώρες, οι πρώτες σκέψεις για την «αντιμετώπιση» του κακού στρέφονται σε μεθόδους, που θα μπορούσες να χαρακτηρίσεις κατασταλτικές. Περισσότερη αστυνόμευση, νέες «διευθύνσεις» στις μυστικές υπηρεσίες, αυστηρότεροι έλεγχοι στα σύνορα, πρόσθετα μέτρα ασφαλείας σε αεροδρόμια, σταθμούς και λιμάνια, επιστράτευση και των ενόπλων δυνάμεων σε αστυνομικό ρόλο, μεγαλύτερη συνεργασία με εξωευρωπαϊκές «αντιτρομοκρατικές» υπηρεσίες. Είναι αναγκαίο θα πει κάποιος, τουλάχιστον προσωρινά. Και ίσως να έχει δίκιο. Το πρόβλημα με αυτή την αντίληψη είναι ότι ουσιαστικά δεν ενισχύει το αίσθημα της ασφάλειας και της ελευθερίας. Πάρτε παράδειγμα από τον εαυτό σας. Σε οποιαδήποτε εκδήλωση κι αν πάτε, από πολιτική συγκέντρωση, συναυλία μέχρι ποδοσφαιρικό αγώνα η πρώτη σκέψη, που έρχεται στο μυαλό, όταν δείτε ξαφνικά υπέρμετρη παρουσία αστυνομικών δυνάμεων είναι ότι «κάτι θα γίνει εδώ». Σε καμιά περίπτωση δεν θα αισθανθείτε πιο «σίγουροι».
Με άλλα λόγια. Οταν ο εχθρός είναι ισχυρός και αποφασισμένος να παλέψει μέχρι θανάτου δεν επιλέγεις να τον αντιμετωπίσεις στο δικό του γήπεδο. Πρέπει να τον πας εκεί που έχεις εσύ πλεονεκτήματα. Και η δημοκρατία απέναντι στην τρομοκρατία υπερέχει στα επιχειρήματα και στον σεβασμό, που οφείλει να εκπέμπει απέναντι στον πολίτη.
Ανθρωποι φοβισμένοι δε φημίζονται για την ορθότητα της κρίσης τους. Και αυτό το ξέρουν όσοι προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την περίσταση για να κερδοσκοπήσουν με το φόβο και να διχάσουν ακόμα περισσότερο τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, που νομοτελειακά τείνουν προς το διχασμό σε κάθε μεγάλη οικονομική κρίση. Υπήρξαν ευτυχώς και ψύχραιμες παρεμβάσεις. Στη Γερμανία η καγκελάριος Μέρκελ έστω και με καθυστέρηση, όπως σημείωσαν πολύ, «υπενθύμισε» ότι το Ισλάμ ανήκει στη Γερμανία, απαντώντας στην υστερία του ισλαμοφοβικού PEGIDA. «Δεν είμαστε σε πόλεμο με το Ισλάμ» είπε και ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας, μιας χώρας όπου οι εθνικιστές έχουν πια κάνει συνήθεια τους τα πάρτυ κάθε βραδιά εκλογών. Ομως αυτές οι δηλώσεις από μόνες τους δεν αρκούν για να θωρακίσουν κοινωνίες απέναντι στο μίσος.
Φυσικά και είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς απολύτως νηφάλια μετά από ένα τέτοιο σοκ. Κι όμως οι συγγενείς των νεκρών σκιτσογράφων και δημοσιογράφων το έκαναν, όταν ζήτησαν από τους πολίτες της Γαλλίας να μην «σκοτώσουν» δεύτερη φορά τους ανθρώπους τους πέφτοντας θύματα της ακροδεξιάς προπαγάνδας.
Φυσικά και είναι αδύνατο να κάνεις διάλογο με φανατικούς δολοφόνους, ανεξαρτήτως της ιδεολογικής ή θρησκευτικής στολής, που μπορεί να έχουν ενδυθεί. Αξίζει όμως να προσπαθήσεις να τους αφαιρέσεις την παραμικρή δικαιολογία, που μπορεί να δώσει άλλοθι σε επίδοξους μιμητές. Αν αυτοί που υπερηφανεύονται για την ειρηνική, δημοκρατική, ελεύθερη κοινωνία, που οικοδομείται στην Ευρώπη εδώ και εφτά δεκαετίες δε μπορούν να επιχειρηματολογήσουν πειστικά υπέρ της, τότε το πρόβλημα είναι πολύ βαθύ για να λυθεί με μια παρέλαση μισής ώρας από σκυθρωπούς ηγέτες, πιασμένους αγκαζέ σε μια λεωφόρο οποιασδήποτε ευρωπαϊκής μεγαλούπολης.

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Η επίμονη μοναξιά του Β. Σόιμπλε

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών επιμένει ότι «η στάση του Βερολίνου δεν αλλάζει», όμως το κλίμα στην Ευρώπη είναι σαφώς υπέρ μιας «άλλου τύπου» λύσης στο ελληνικό και όχι μόνο πρόβλημα χρέους και αποδομεί τη στρατηγική του φόβου

Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, στην «Επένδυση» 17.01.2015

«Οποιαδήποτε κυβέρνηση και αν προκύψει στην Ελλάδα, θα πρέπει να παραμείνει στο δρόμο, που χαράξαμε δείχνοντας ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και ο οποίος έχει αρχίσει να αποδίδει καρπούς». Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έμοιαζε την περασμένη Τετάρτη να «απαγγέλει» σχεδόν μηχανικά την παραπάνω φράση. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών αρνείται επίμονα να αποστασιοποιηθεί από τη γραμμή της …μη αλλαγής γραμμής, την ώρα που η πολύ πιο ευέλικτη Ανγκέλα Μέρκελ προτιμά αόριστες δηλώσεις του στυλ «η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει στο ευρώ». Υπάρχει πράγματι διαφωνία μεταξύ τους, όπως ισχυρίζονται μερικοί; Θα ήταν μάλλον παρακινδυνευμένο να ισχυριστεί κανείς κάτι τέτοιο.
Η αλήθεια είναι όμως ότι το τελευταίο διάστημα έχουν αυξηθεί «ενοχλητικά» δημοσιεύματα, που μιλούν για την ανάγκη γενναίας μείωσης του ελληνικού χρέους. Ο κ. Σόιμπλε προφανώς εκνευρίστηκε όταν διάβασε τις δηλώσεις του κ. Μαρσέλ Φράτσερ, ο οποίος τασσόταν υπέρ ενός κουρέματος κατά 50%. Και δεν ενθουσιάστηκε με τον τίτλο της «Handelsblatt» που αναρωτιόταν φωναχτά αν ο Αλέξης Τσίπρας, που ως τώρα τον παρουσίαζε περίπου ως «εξολοθρευτή» της Ευρώπης, είναι τελικά ο «ανανεωτής» της Ελλάδας.
Ηρθε και το «πισώπλατο χτύπημα» από τον Ιρλανδό ομόλογο του, ο οποίος συμφώνησε με μια συνολική διευθέτηση του «αγκαθιού», που ακούει στο όνομα δημόσιο χρέος και συνεχίζει να πληγώνει οικονομίες και κοινωνίες Ελλάδας, Ιρλανδίας, Ισπανίας, Ιταλίας και Πορτογαλίας. Δεν είναι πιο μόνο κάποιοι τρελοί επιστήμονες που μιλούν για «κούρεμα» και τους οποίους μπορείς να… ξεφορτωθείς με το γνωμικό του Μπίσμαρκ: «drei Professoren, Vaterland verloren» (Kαθηγητές τρεις, και εχάθη η πατρίς).
Πίσω από το «βράχο Σόιμπλε», που όλοι εκτιμούν ότι δεν θα υποχωρήσει ως τις 25 Ιανουαρίου έχει αρχίσει να ξεπροβάλει μια αλλαγή κλίματος συνολικά στην Ευρώπη. Αυτή ενισχύθηκε από την εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, που ερμηνεύτηκε ως λύσιμο των χεριών του Μάριο Ντράγκι για να χρησιμοποιήσει το «μπαζούκα» της ποσοτικής χαλάρωσης. Και η καγκελάριος Μέρκελ έχει αποδείξει ότι το μυστικό της επιτυχίας της τα τελευταία 25 χρόνια είναι η προσαρμοστικότητα. Η αποδοχή των δεδομένων. «Στο Βερολίνο έχουν καταλάβει προς τα πού φυσάει ο άνεμος» εκτιμούσε έμπειρος Ελληνας ανταποκριτής, που παρακολουθεί καθημερινά τα μπρίφινγκ των κυβερνητικών εκπροσώπων. Και συμφωνούν σε ένα τουλάχιστον σημείο με τον… ΣΥΡΙΖΑ. Η συζήτηση για κούρεμα του χρέους, το οποίο σε αντίθεση με τα όσα υποστήριζε η ως τώρα συγκυβέρνηση, χαρακτηρίζεται πλέον ως «μη βιώσιμο» έχει πάψει να τιμωρείται στις Βρυξέλλες με πιπέρι στο στόμα. Η παραδοχή αυτή ενισχύει την «παράσταση νίκης», που αισθάνεται εδώ και μερικές εβδομάδες η σημερινή αντιπολίτευση.
Οι δημοσκόποι στην Αθήνα συμφωνούν, πως αν αυτή η άποψη παγιωθεί στην ελληνική κοινωνία, τότε θα είναι πολύ δύσκολο για τη ΝΔ κυρίως, αλλά και για το ΠΑΣΟΚ να μπορέσουν να συντηρήσουν κάποιου είδους ...απειλή. Στην Κουμουνδούρου αναφέρουν μάλιστα το προηγούμενο του 2009, όταν δυο εβδομάδες πριν τις εκλογές το ΠΑΣΟΚ προηγείτο με 4,5% και χάρις στην «δυναμική νίκης» του έφτασε τη διαφορά στο 11%. Και θεωρούν ότι επιβεβαιώνεται η επιλογή να δώσουν βάρος στην «ευρωπαϊκή διάσταση» της εκλογικής μάχης, όπως αποτυπώθηκε και στο κεντρικό σύνθημα «Η Ελλάδα προχωράει – Η Ευρώπη αλλάζει», που θα μπορούσε να είναι σύνθημα... ευρωεκλογών.
Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να μην επιστράτευσε ευρωβουλευτές ως ... προεκλογικούς εκπροσώπους, αλλά οι ευρωβουλευτές του έκαναν… υπερωρίες σε μια προσπάθεια να προσεγγίσουν δυνάμεις εκτός της παραδοσιακής ευρωπαϊκής Αριστεράς. Στις Βρυξέλλες υπάρχουν και αριστεροί Γάλλοι ή Ιταλοί σοσιαλιστές που εκφράζονται με συμπάθεια για το ενδεχόμενο μιας «άλλης κυβέρνησης», που θα αναγκάσει τη Γερμανία να εγκαταλείψει ίσως κάποιες εμμονές της. Μάλιστα η Süddeutsche Zeitung αποκάλυψε ανεπίσημες επαφές Βερολίνου-ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να διαψευστεί. Αλλά όλα αυτά είναι ανεπίσημα και θα φανούν από τις 26 Ιανουαρίου και μετά.

Την υπόθεση μπορεί να κάνει ακόμα πιο περίπλοκη το αναγκαστικό δάνειο της Κατοχής, το οποίο έχει υπολογιστεί από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους σε οφειλές 11 δις ευρώ της Γερμανίας προς την Ελλάδα. Κάτι που ενόχλησε το Βερολίνο, όπως φάνηκε από τις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου Μάρτιν Γιέγκερ, που τις εξέλαβαν ως μήνυμα στην Κουμουνδούρου. Κατά τη γνώμη του το θέμα κάθε είδους επανορθώσεων έχει κλείσει με τη συμφωνία των «4+2» (ΗΠΑ, Ρωσία, Βρετανία, Γαλλία ως εγγυήτριες δυνάμεις και οι δύο Γερμανίες) του 1990 για την επανένωση της Γερμανίας, την οποία στην συνέχεια «υπέγραψαν όλες οι χώρες της ΔΑΣΕ». Η αναφορά μάλλον δεν είναι τυχαία, αφού όπως επεσήμανε η Ντόιτσε Βέλλε «επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας τότε ήταν ο πρωθυπουργός Κώστας Μητσοτάκης μαζί με τον υπουργό Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά».

Κόμμα αλλάζεις, ομάδα ποτέ…

Του Κώστα Αργυρού

Εσείς που κατηγορείτε την πολιτική ζωή του τόπου για ποδοσφαιροποίηση μήπως να ξανασκεφτείτε το… τατουάζ που έχουν χαραγμένο στην καρδιά τους δισεκατομμύρια φίλαθλοι σε ολόκληρο τον πλανήτη: «Κόμμα αλλάζεις, ομάδα ποτέ». Το γνωμικό έρχεται στο νου τούτες τις μέρες, που τα προεκλογικά τραπέζια γέμισαν πάλι από γνωστά πρόσωπα. Σκεφτείτε έναν απλό τηλεθεατή, που πιθανώς οι έγνοιες της καθημερινότητας να τον έχουν κάνει να χάσει μερικά επεισόδια από το σίριαλ των μετακινήσεων βουλευτών από το ένα κόμμα αρχικά στην …ανεξαρτησία και μετά λόγω εκλογικής ανάγκης στην θαλπωρή κάποιου άλλου φιλόξενου κομματικού μηχανισμού.
Είναι σίγουροι αυτοί, που με τόσο πάθος διαφημίζουν τα προτερήματα της νέας τους πολιτικής στέγης, ότι ο ελαφρά αδιάφορος για τα «εσωκομματικά» πολίτης γνωρίζει πάντα ποιο πολιτικό σχηματισμό εκπροσωπούν όταν βγαίνουν στα κανάλια; Θα μου πείτε υπάρχουν και τα «σουπεράκια» στο κάτω μέρος της οθόνης, που θυμίζουν όνομα και κόμμα του κάθε φορά ρητορεύοντος.
Μέσα στα δυόμιση περίπου χρόνια, που λειτούργησε η προηγούμενη Βουλή περίπου ο ένας στους δέκα βουλευτές κατέληξε να έχει εγκαταλείψει το κόμμα με το οποίο εξελέγη. Κάποιοι είχαν το «σθένος» να υποστηρίξουν ότι οι ψήφοι ήταν προσωπικές και η επιλογή τους αυτή ταυτιζόταν με την επιθυμία εκείνων, που τους σταύρωσαν. Αλλά ακόμα και ορισμένοι που έγιναν βουλευτές χωρίς να χρειαστεί να τρέξουν για προσωπικές ψήφους, χάρις στη λίστα επικρατείας αποφάσισαν να κάνουν μετακόμιση απλά σφυρίζοντας κλέφτικα.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς διάνοια για να προβλέψει, ότι στην επόμενη Βουλή το φαινόμενο αποσύνθεσης πολιτικών σχηματισμών, που προεκλογικά συναγωνίζονται σε απίστευτες «εκπτώσεις» τις αλυσίδες πώλησης ηλεκτρονικών ειδών, αλλά μετά απαιτούν ευθυγράμμιση με την κομματική γραμμή θα ενταθεί ακόμα περισσότερο. Εκτός αν πιστεύει κανείς ότι το «παιδομάζωμα» στο οποίο επιδίδονται με τεράστια επιτυχία παλιοί και νέοι, μεγάλοι και μικροί κομματικοί σχηματισμοί στηρίζεται σε γνήσια πολιτική «φώτιση» και όχι στο απλό μάζεμα κουκιών. Στη φώτιση ας πούμε «μεταρρυθμιστών» που αποφάσισαν ότι η θέση τους είναι δίπλα σε μετανοήσαντες ακροδεξιούς, ανανεωτικοαριστερών που μαγεύτηκαν από τις παγκόσμιες επιτυχίες του νεοφιλελευθερισμού και πατριδοπωλητών, που ανακάλυψαν ότι τα πατριωτικά τους σχέδια θα τα κάνουν πράξη μέσω της …μεγάλης Αριστεράς. Και αν όλα αυτά τα έχουμε ξαναδεί και τα περιμέναμε από τα μεγάλα κόμματα που αγωνίζονται για την εξουσία, το εντυπωσιακό είναι ο τρόπος με τον οποίο νεόκοποι σχηματισμοί υιοθέτησαν τον πολιτικό καιροσκοπισμό, βαφτίζοντάς τον μάλιστα και ως χάρισμα και δείγμα «ανοιχτομυαλοσύνης». Ο «άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» ως πρότυπο για την αλλαγή της χώρας.
Η ευκολία με την οποία ξεχνιούνται παλιά συνθήματα και δεσμεύσεις, σημαίες ευκαιρίας μπαίνουν στο πλυντήριο για να αλλάξουν χρώμα, το (παλαιο)κομματικό παρελθόν από βαρίδι γίνεται εύσημο σε κάνει να αναρωτιέσαι, ποια θα είναι η σύνθεση της επόμενης Βουλής μετά από μερικές κρίσιμες ψηφοφορίες, που όλοι προβλέπουν, ότι θα είναι συχνές από τις πρώτες κιόλας ημέρες της επόμενης (λέμε τώρα) τετραετίας. Αυτοί που εκμεταλλευόμενοι τη γοητεία του μαϊντανού πέρασαν από δύο και τρία κόμματα και ελπίζουν ότι θα καθίσουν και πάλι στης Βουλής τα έδρανα με τι κριτήριο θα αποφασίσουν να δώσουν την ψήφο τους όταν «θα κρίνεται και πάλι η πορεία του τόπου»; Προφανώς με βάση τους συσχετισμούς που θα βλέπουν να διαμορφώνονται για τις επερχόμενες εκλογές.
Θα πείτε ο κόσμος έχει την τελική ευθύνη με το εργαλείο της σταυροδοσίας. Ναι όπως λέει και το παλιό ανέκδοτο: «Ολη η εξουσία πηγάζει από το λαό. Το πρόβλημα είναι που εκβάλει…»
Αλλά θα πείτε πάλι: Εχουμε την ομάδα. Που δεν αλλάζει ποτέ.

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

Αν δεν ζητάς, δεν παίρνεις τίποτα

sooc

Του Κώστα Αργυρού

Ενα από τα «ακλόνητα» επιχειρήματα των μνημονιακών non-papers, που αναπαρήγαγαν επί μήνες με αυτοπεποίθηση οι πολιτευτές της συγκυβέρνησης στα τηλεοπτικά παράθυρα αφορούσε και την αδυναμία μιας αριστερής κυβέρνησης να «ζητήσει» πράγματα από τους Ευρωπαίους εταίρους και την τρόικα συνολικά. Κυρίως όταν γινόταν λόγος για την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους.
«Και πώς θα τους το πείτε αυτό; Δε βλέπετε τους συσχετισμούς στην Ευρώπη; Δεν έχετε συμμάχους. Εδώ δεν μας κάνουνε εμάς καμιά χάρη, που είμαστε και ιδεολογικά συγγενείς». Βουλευτές και υπουργοί της ΝΔ-ΠΑΣΟΚ πίστευαν έτσι ότι αποστόμωναν, όποιον τολμούσε να αμφισβητήσει την υποταγή τους στην εμμονική νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία του Βερολίνου.
Μόνο που οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων αρχίζουν να θυμίζουν τον υπάλληλο, που γκρίνιαζε γιατί το αφεντικό του δεν του έδινε αύξηση, μέχρι που κάποια στιγμή απηυδησμένος ένας φίλος του τον ρώτησε: «καλά, πόσες φορές την έχεις ζητήσει» και εκείνος αφοπλιστικά απάντησε «με δεν την έχω ζητήσει». Αν δεν το καταλάβατε ούτε κι αυτό, να επικαλεστώ το ανέκδοτο με τον «θρησκόληπτο» που ζητούσε την ουράνια βοήθεια για να κερδίσει το λαχείο, μέχρι που ο μεγαλοδύναμος αηδίασε πιά και εν μέσω αστραπών και κεραυνών του απάντησε: «εγώ να σε βοηθήσω να κερδίσεις αλλά αγόρασε και καμιά φορά». Συν Αθηνά και χείρα κίνει που θα λεγε και ο Αδωνις. Τι εννοώ;
Ας ρίξουμε μια ματιά μόνο στις ειδήσεις του τελευταίου διημέρου για να καταλάβουμε τελικά τι συμβαίνει τώρα σε Βερολίνο και Βρυξέλλες, μπροστά στη συνειδητοποίηση της σοβαρής πιθανότητας εκλογικής επικράτησης της Αριστεράς στην Ελλάδα, αλλά και μετά τη σωρεία δημοσιευμάτων που ξεσκέπασαν την απειλή του Grexit ως μια τεράστια «απειλητική μπλόφα».
  • Ο Μαρσέλ Φράτσερ επικεφαλής του Ινστιτούτου «DIW» (Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικής Ερευνας) είπε προχθές στην αυστριακή τηλεόραση ότι θα ήταν σκόπιμη η μείωση του δημόσιου χρέους της Ελλάδας κατά το ήμισυ και ότι τα 40-50 δισ., που αυτό θα κόστιζε λογιστικά στη Γερμανία είναι ένα ποσό, που μπορεί να το αντέξει χωρίς να ιδρώσει. Σημειώνεται ότι ο κ. Φράτσερ ανήκει στον κύκλο των οικονομολόγων, που συμβουλεύουν την κυβέρνηση Μέρκελ.
  • Η ηλεκτρονική έκδοση του Spiegel και της die Welt αλλά και η ελβετική «Handelszeitung» επικαλούνταν χθες υψηλόβαθμα στελέχη της Κομισιόν σχετικά με την ανάγκη κουρέματος του χρέους ως αναπόφευκτου, καθότι μη βιώσιμου. Αυτό δηλαδή που τονίζουν εδώ και χρόνια γνωστοί οικονομολόγοι παγκοσμίως αλλά αρνείται να ζηήσει η συγκυβέρνηση.
  • Το περιοδικό «Foreign Policy» εκτιμούσε ότι «η Ελλάδα χρειάζεται τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ», γράφοντας ότι δεν χρειάζεται να είσαι ακροαριστερός για να καταλάβεις ότι η Αθήνα έχει ανάγκη σημαντική μείωση του χρέους της.
(http://foreignpolicy.com/2015/01/08/why-greeces-economy-needs-syriza-to-win-election/?utm_content=buffer3ec3e&utm_medium=social&utm_source=twitter.com&utm_campaign=buffer)
Ανάλογα δημοσίευματα υπήρχαν πάρα πολλά τις τελευταίες ημέρες, και δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα της κατανόησης, ότι οι «δανειστές» μας θα βρεθούν πολύ πιθανά αντιμέτωποι με μια κυβέρνηση, η οποία δεν θα τρομοκρατείται από αυτούς με την πρώτη απειλή για να επιστρέφει στη συνέχεια στην Ελλάδα για να τρομοκρατήσει αυτή με τη σειρά της τους πολίτες της. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχουν πλέον «χωνέψει» ότι οι εποχές, που κάποιοι αναρωτιόντουσαν «μα πώς θα το πω αυτό στη Μέρκελ;» έχουν περάσει. Οπως και οι εποχές που ο «Giannis» έσκυβε υπάκουα το κεφάλι, όταν του έλεγαν να κάνει «forget» τα όνειρά του.
Είναι προφανές ότι το «ιερατείο» των Βρυξελλών, όπως το αποκαλούν ορισμένοι δεν έχει καμιά όρεξη να φορτωθεί την (πρόωρη) διάλυση του ευρώ, με αφορμή την άρνησή του να δεχτεί το δημοκρατικό εκλογικό αποτέλεσμα σε μια χώρα μέλος. Οπως είναι προφανές ότι κάποιοι ελπίζουν τώρα ότι η Ελλάδα -αν οι πολίτες της απεγκλωβιστούν από το «πενταετές» του φόβου- μπορεί να δώσει μια αφορμή, μια ευκαιρία να αλλάξουν συνολικά αυτοί οι «συσχετισμοί» στην Ευρώπη, που επικαλούνταν τα non-papers για τα οποία μιλούσα στην αρχή. Αυτό δεν σημαίνει ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα πρέπει να αρχίσει τις «τρέλες». Αλλά σίγουρα θα μπορέσει να αποδείξει ότι για να πάρεις κάτι πρέπει να το ζητήσεις. Μπορεί να μην τα πάρεις όλα. Αλλά αν δεν ζητάς τίποτα, δεν θα πάρεις και τίποτα.

Στην τσέπη το ευρώ, στο μυαλό το ...λίτας

Η Λιθουανία ...ανέβασε σε 19 τον αριθμό των χωρών της Ευρωζώνης αλλά οι πολίτες της μάλλον δεν ενθουσιάστηκαν από αυτή την εξέλιξη, για την οποία άλλωστε ποτέ δεν ρωτήθηκαν.

Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, από την «Επένδυση»

Αν κάνετε μια αναζήτηση στο διαδίκτυο με τον όρο «γεωγραφικό κέντρο της Ευρώπης» θα δείτε ότι υπάρχουν μια ντουζίνα χώρες, που ερίζουν για αυτό τον τίτλο. Ανάμεσά τους και η Λιθουανία. Σε ένα τεράστιο πάρκο λίγο πιο βόρεια από την πρωτεύουσα Βίλνιους, είχε υπολογίσει το Εθνικό Γεωγραφικό Ινστιτούτο της χώρας ότι βρίσκεται το σημείο, που απέχει εξίσου από τα Ουράλια και τον Ατλαντικό, από το βορειότερο σημείο της Νορβηγίας και από την Κύπρο. Οποιος βρεθεί εκεί, εγγυημένα δεν θα αισθανθεί κάτι ιδιαίτερο. Για την πολιτική ηγεσία μιας χώρας μόλις τριών εκατομμυρίων, η οποία υπέφερε συχνά από τους πολύ ισχυρότερους γείτονές της, κυρίως τους Ρώσους και τους Πολωνούς, έχει όμως μεγάλη σημασία να αισθάνεται και κυρίως να μπορεί να κάνει και τους απλούς πολίτες να νοιώσουν, ότι δεν βρίσκονται αποκομμένοι σε μια μακρινή γωνιά της ηπείρου μας, αλλά το αντίθετο στο επίκεντρο.
Και με αυτό το επιχείρημα αποφάσισαν πολιτικοί και τραπεζίτες ότι μετά την Εσθονία το 2011 και τη Λετονία το 2014 η Λιθουανία θα γίνει η τελευταία χώρα της Βαλτικής και η 19η συνολικά που μπαίνει στην οικογένεια της ευρωζώνης σε μια από τις πιο κρίσιμες φάσης της σύντομης ζωής του κοινού νομίσματος. Πρόεδρος, πρωθυπουργός και υπουργός Οικονομικών προσπάθησαν να δώσουν έναν εορταστικό χαρακτήρα σε αυτή την ένταξη, που επίσημα έλαβε χώρα την πρωτοχρονιά. Μάλιστα ο τελευταίος φρόντισε να έχει στο πλευρό του και τους δύο συναδέλφους του από τις χώρες της Βαλτικής, με τις οποίες οι Λιθουανοί αισθάνονται ότι πράγματι μοιράζονται μια κοινή μοίρα, από τις μέρες του 1990, όταν και αποφάσισαν να αψηφήσουν το φόβο των σοβιετικών τανκς και να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους.
Ομως όσες εορταστικές ομιλίες και αν έκαναν οι πολιτικοί, οι πολίτες παραμένουν καχύποπτοι.
Αν η μισή τους καρδιά χτυπά για το ευρώ η άλλη μισή ακόμα το λίτας, το μέχρι τώρα νόμισμα σκέφτεται. Οι Λιθουανοί παρέμειναν ως το τέλος διχασμένοι απέναντι στο ερώτημα αν θέλουν πραγματικά το κοινό νόμισμα, ενώ σίγουρα η μεγάλη πλειοψηφία τους θα ήθελε αυτή η απόφαση να είχε παρθεί μετά από δημοψήφισμα και όχι μετά από μια απόφαση της κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Μπορεί πάνω στο νέο λιθουανικό επίσημο νόμισμα να βρίσκεται χαραγμένη η φιγούρα του «Vytis» του «έφιππου διώκτη» του ιππότη με την πανοπλία, που διώχνει όλους τους εχθρούς και τον οποίο θα συναντήσεις ως μεγαλειώδες άγαλμα στο κέντρο του Βίλνιους ή στο «αντίστοιχο» του Ελληνα τσολιά σε καταστήματα τουριστικών ειδών, αλλά για πολλούς Λιθουανούς ο «πάνοπλος» αυτός κερμάτινος καβαλάρης δεν διώχνει αλλά μάλλον φέρνει προβλήματα. Ο κυριότερος φόβος αφορά την άνοδο των τιμών. Το 1 ευρώ αντιστοιχεί σε 3,45 λίτας και εκ πρώτης όψεως πολλοί παραδέχονται ότι ξεγελιούνται, όταν βλέπουν μια σούπα ή ένα καφέ να έχουν τιμή κάτω της μονάδας. Αλλά από τις διηγήσεις άλλων Ευρωπαίων ξέρουν ότι το ευρώ συχνά έφερε κρυμμένες αυξήσεις σε τιμές βασικών προϊόντων.
Κάποιοι οικονομολόγοι ανησυχούν και για την ανταγωνιστικότητα της χώρας, με ένα κατά κεφαλή εισόδημα περίπου στο 75% του μέσου όρου της ΕΕ. Τα χρυσά χρόνια της περασμένης δεκαετίας, όταν οι δείκτες οικονομικής μεγέθυνσης κυμαίνονταν σταθερά, άλλλοτε λίγο πάνω και άλλοτε λίγο κάτω από το 7% και είχαν δώσει στη χώρα το προσωνύμιο «βαλτικός τίγρης» έχουν περάσει οριστικά. Η χώρα πέρασε ένα μεγάλο σοκ συρρίκνωσης το 2009 και από τότε οι δείκτες ανάπτυξης είναι κοντά στη μονάδα. Η ανεργία παραμένει σταθερά γύρω στο 12%, αριθμός που θα ήταν εμφατικά μεγαλύτερος, αν πολλοί Λιθουανοί δεν συνέχιζαν να παραμένουν μετανάστες στη Δυτική Ευρώπη, κυρίως στη Βρετανία. Υπάρχει τέλος και το κόστος της μετάβασης στο νέο νόμισμα που υπολογίστηκε στα 600 εκατ. ευρώ μέχρι το 2020. Πάντως ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας, Βίτας Βασιλιάουσκας επιμένει ότι αξίζει ο κόπος και τα έξοδα με βάση τα προσδοκόμενα οφέλη και ρισκάρει την πρόβλεψη ότι οι Λιθουανοί θα συνηθίσουν και ίσως και να ...συμπαθήσουν το νέο νόμισμα, όπως συνέβη με τους εσθονούς και τους Λετονούς. Προς το παρόν θα είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα όσοι μιλούν για «μια σχέση δίχως πάθος», όπου το προσδοκόμενο «αμοιβαίο συμφέρον» μένει να αποδειχτεί.

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Προειδοποιητικές βολές με… άσφαιρα

 Η διαρροή περί «αδιαφορίας» του Βερολίνου για ένα πιθανό Grexit, αντί να φοβίσει κάποιους, μάλλον τους έκανε να αναθαρρήσουν και η καγκελαρία προτίμησε την «συνετή αναδίπλωση»

Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ

Ο πιο «οικονομικός» τρόπος για να αποφύγεις ένα πόλεμο είναι η αποτροπή δια των προειδοποιητικών βολών. Ισως έτσι να σκέφτηκαν στο Βερολίνο εκείνοι, που το περασμένο Σάββατο διέρρευσαν στο περιοδικό «der Spiegel» την είδηση ότι η γερμανική κυβέρνηση δεν πολυνοιάζεται για το ενδεχόμενο εγκατάλειψης της ευρωζώνης από την Ελλάδα, σε περίπτωση που μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν τα βρει με τους δανειστές. Οι γνώμες διίστανται για το ποιος ήταν ο «πατέρας» της διαρροής. Κάποιοι υποψιάστηκαν το περιβάλλον της καγκελαρίου Ανγκέλα Μέρκελ. Αλλοι είδαν το δημοσίευμα να εκπορεύεται από το στρατηγείο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στη Βίλχελμστράσσε στο γκρίζο κτίριο, που από έδρα της αεροπορίας του Ράιχ και στη συνέχεια καρδιά του υπουργικού συμβουλίου της Ανατολικής Γερμανίας, μετατράπηκε σε θεματοφύλακα της οικονομικής ορθοδοξίας στην Ευρώπη. Ορισμένοι πάντως επιμένουν ότι καγκελάριος και υπουργός Οικονομικών κινήθηκαν συντονισμένα για να μας χαρίσουν ένα αξέχαστο Σαββατοκύριακο.
Φυσικά οι εκπρόσωποι της καγκελαρίας διέψευσαν το δημοσίευμα, λέγοντας ότι «η στάση του Βερολίνου δεν έχει αλλάξει». Η Γερμανία απλά προσδοκά από την Ελλάδα να τηρήσει τις υποχρεώσεις της ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα της 25ης Ιανουαρίου. Πριν όμως να γίνει αυτό τα «σενάρια», που «ανέβαιναν» στις γερμανικές ιστοσελίδες με ρυθμούς πολυβόλου, επιβεβαίωναν μια εκτίμηση που εδώ και μερικές εβδομάδες κάνουν πολλοί ψύχραιμοι παρατηρητές. Η γερμανική κυβέρνηση έχει συνειδητοποιήσει πώς το πιθανότερο είναι το πρωί της 26ης Ιανουαρίου να βρεθεί αντιμέτωπη με μια κυβέρνηση, που δεν θα είναι τόσο «προβλέψιμη» όσο οι προηγούμενες. Και αυτό προκαλεί ανησυχίες, που δικαιολογούν τον πανικό κάποιων αρθρογράφων σε συντηρητικά φύλλα όπως Welt, FAZ, Handelsblatt, αλλά και τις «κόντρες» μέσα στη γερμανική κυβέρνηση.
Η ηγεσία του SPD για παράδειγμα έδειξε ενοχλημένη από τη διαρροή, αν και κάποια δευτεροκλασάτα στελέχη εμφανίστηκαν βασιλικότερα του βασιλέως, ελπίζοντας να κερδίσουν δημοσιότητα «τρίζοντας τα δόντια» στον Αλέξη Τσίπρα. Αν όμως θέλει κανείς να δει το πραγματικό «κλίμα» θα πρέπει να ξανακούσει τις δηλώσεις του Μάρτιν Σουλτς. Ο Γερμανός σοσιαλδημοκράτης και πρόεδρος του ευρωκοινοβουλίου αιφνιδίασε, λέγοντας ότι δεν ήταν ποτέ οι δηλώσεις Τσίπρα, που προκάλεσαν αναστάτωση στις αγορές, αλλά οι δυσαρμονίες μεταξύ Βερολίνου και Βρυξελλών. Αν προσμετρήσει κανείς σε αυτή τη μεριά της ζυγαριάς και τις εκτιμήσεις του πρώην επιτρόπου Ολι Ρεν και ευρωβουλευτή των φιλελευθέρων ότι «η Ελλάδα θα χρειαστεί πράγματι κάποια ελάφρυνση του χρέους της» και ότι ο Τσίπρας δεν είναι μπαμπούλας καταλαβαίνει ότι τελικά ίσως οι προειδοποιητικές βολές να πέτυχαν λάθος στόχο. Ή ήταν απλώς αβολίδωτες και έδωσαν θάρρος σε εκείνους, που πιθανά να ήθελαν να φοβίσουν. Ξαφνικά ακούστηκαν ένα σωρό φωνές, που «αντιμίλησαν» στη Γερμανίδα «δασκάλα». Ποιος θα περίμενε για παράδειγμα τον αυστριακό υπουργό Οικονομικών, συντηρητικό (και υπερήφανο κάτοχο μιας συλλογής 350 γραβατών) Χανς Γιεργκ Σέλλινγκ να χαρακτηρίζει άκομψο να αναμιγνύονται «άλλοι» στον προεκλογικό αγώνα της Ελλάδας; Γενικά οι Αυστριακοί, που ως τώρα όλοι τους μετρούσαν στο «μαντρί» των φανατικών της λιτότητας έδειξαν μεγάλη ευαισθησία για το θέμα. Ανάλογη δήλωση έκανε και ο καγκελάριος τους Βέρνερ Φάυμαν, ενώ ο Πράσινος ευρωβουλευτής Μίκελ Ράιμον χαρακτήρισε «μπλόφα» την «ανώνυμη» γερμανική απειλή περί Grexit. Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν οι δηλώσεις του Ιταλού επικεφαλής των σοσιαλδημοκρατών στο ευρωκοινοβούλιο Τζιάνι Πιτέλα αλλά και του Γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ αυτοπροσώπως.
Η διεθνής κατακραυγή ήταν δικαιολογημένη. Όπως έγραψε και στο Spiegel ο γιός του ιδρυτή του, Γιάκομπ Αουγκστάιν είναι μάλλον προσβλητικό για τη δημοκρατία στην Ευρώπη να λες σε ένα λαό ότι δεν μπορεί να ψηφίσει όποιον θέλει, επειδή χρωστάει με ευθύνη των κυβερνήσεων του. Και αν ο Αουγκστάιν συγκαταλέγεται στους «αριστερούς» και η άποψη του ήταν μάλλον αναμενόμενη, έκπληξη προκάλεσε η «ανάμιξη» του Χορστ Ζέεχοφερ της βαυαρικής Χριστιανοκοινωνικής Ενωσης, που ήταν ως τώρα η πιο σκληρή απέναντι στους «ανέμελους του Νότου». «Καλό θα είναι να μην το παίζουμε δάσκαλοι» είπε ο βαυαρός πολιτικός προσπαθώντας να δώσει τέλος στην «ελληνική παραφιλολογία». Την ίδια στιγμή, ως εκ θαύματος συντηρητικές εφημερίδες ανακάλυπταν ότι ίσως το κούρεμα του ελληνικού χρέους να αποβεί φθηνότερο από την έξωση της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Και οι Επίτροποι Πιέρ Μοσκοβισί και Γιούρκι Κάταϊνεν μετέτρεπαν τις αοειλές σε προτροπές, ελπίζοντας ο ένας να συνεννοηθεί με τον Τσίπρα και ο αποκαλώντας ο άλλος «χάσιμο χρόνου» τη συζήτηση περί Grexit. Και ο Βέλγος φιλελεύθερος Γκυ Φερχόφσταντ, μετρούσε πόσα δισ. θα χάσει κάθε χώρα από μια τέτοια απευκτέα εξέλιξη.
Αλλά το θέμα δεν είναι μόνο οικονομικό. Όπως επιμένει ο ένας εκ των πέντε σοφών της γερμανικής οικονομίας, ο Πέτερ Μπόφινγκερ, το εύρος ενός πιθανού «πολιτικού ντόμινο» δε μπορεί να προβλεφθεί εύκολα, «αν το τζίνι βγει από το μπουκάλι» . Και η κυρία Μέρκελ, που προτιμά να αναβάλει τις αποφάσεις όσο μπορεί, σίγουρα δεν θα ήθελε να βρεθεί μπροστά σε ανεξέλεγκτες εξελίξεις και ακόμα πιο σίγουρα θέλει να αποτρέψει την καταγραφή της στην ιστορία ως η καγκελάριος του αποτυχημένου ευρώ. Γιατί όπως είχε γράψει και ο κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ, που κατά μακάβρια σύμπτωση αποχαιρετούσε την Πρωτοχρονιά τα εγκόσμια, «σε μια γερμανική Ευρώπη, η ευθύνη για την αποτυχία του ευρώ θα βάραινε πρωτίστως τη Γερμανία».

Με βάση τα παραπάνω, η εκτίμηση που έκανε την περασμένη Τρίτη η Deutsche Welle, προβλέποντας ένα συμβιβασμό ως αποτέλεσμα «σκληρών διαπραγματεύσεων», μοιάζει απόλυτα λογική. «Και έτσι δεν θα πληγεί το κύρος καμιάς πλευράς. Ο Αλέξης Τσίπρας θα μπορούσε να πει στους ψηφοφόρους του ότι απέσπασε κάτι και οι πιστωτές ότι τίποτα δεν άλλαξε στους όρους για τη χορήγηση στήριξης. Διότι ζητούμενο για όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές είναι να αποφύγουν πολιτικές και οικονομικές «αναταράξεις» στην ευρωζώνη.»