Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Εκρηκτικά ζευγάρια, φαρμακερές ατάκες

Πόσο μπορεί τελικά να επηρεάσει τις πολιτικές διαπραγματεύσεις η διαπροσωπική σχέση των πρωταγωνιστών τους; – Δεν καθορίζει μόνο το κλίμα το αποτέλεσμα λένε οι «ειδικοί», αλλά σίγουρα βοηθάει και μπορεί να επιταχύνει τις εξελίξεις

Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, από την «Επένδυση»

Πολλά γράφτηκαν στον ξένο τύπο και πολλά διαψεύστηκαν για τις προσωπικές διαμάχες, που επιβάρυναν τις διαπραγματεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης με τους εταίρους. Αν και είναι μάλλον απίθανο να πιστέψει κανείς ότι προσωπικές έριδες και …αντιζηλείες μπορεί να επηρεάσουν το μέλλον της Ευρώπης, οι έμπειροι ανταποκριτές στις Βρυξέλλες επιμένουν ότι η ένταση που κυριάρχησε σε κάποια στάδια της διαπραγμάτευσης είχε να κάνει και με τον …ηλεκτρισμό, που κυριάρχησε στην σχέση κάποιων νέων ζευγαριών, τα οποία κάθε άλλο παρά ιδανικά αποδείχθηκαν και αν είχαν αφεθεί …μόνα τους θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει την Ευρωζώνη σε ατύχημα.
Το ότι ο κ. Σόιμπλε αρνήθηκε για παράδειγμα να συνομιλήσει απευθείας με τον κ. Βαρουφάκη έχει να κάνει και με τη δυσφορία του για το «καθηγητικό» ύφος του Ελληνα υπουργού Οικονομικών στις πρώτες του εμφανίσεις μέσα στο Eurogroup. Κάτι που ο γερμανός υπουργός δεν δίστασε να εκφράσει όταν «ειρωνεύτηκε» τις ικανότητες και γνώσεις όλων των υπολοίπων οικονομολόγων και υπουργών της ευρωζώνης κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής του συνέντευξης. Ο «δικηγόρος» Σόιμπλε έχει πάντα κατά νου και τις νομικές πτυχές οποιασδήποτε συμφωνίας κάτι, που θεωρεί ότι υποτιμούν συχνά οι οικονομολόγοι. Και ο ίδιος έχει εξομολογηθεί παλιότερα ότι γνωρίζει πως είναι πολύ περισσότεροι στην Ευρώπη εκείνοι που τον φοβούνται και τον σέβονται από εκείνους που τον έχουν αγαπήσει. Αντίστοιχη αρνητική «χημεία» κυριάρχησε από την πρώτη στιγμή και στις επαφές Βαρουφάκη-Ντάισελμπλουμ με τους δύο πολιτικούς να προσπαθούν να κρύψουν τις αμοιβαίες δολοφονικές ματιές, κοιτώντας… ο ένας στην Ανατολή και ο άλλος στη Δύση. Ητνα μια σύγκρουση που κάποιοι στις Βρυξέλλες είχαν προβλέψει γνωρίζοντας τον εκρηκτικό χαρακτήρα και των δύο. Πάντως ο κύριος Ντάισελμπλουμ, που προβλεπόταν να αντικατασταθεί ως το τέλος αυτού του εξαμήνου θα μπορούσε να βρει έναν αντικαταστάτη, που θα έκανε τον Γιάνη Βαρουφάκη να τον νοσταλγήσει. Η κυρία Μέρκελ δεν είχε κρύψει πριν από μερικούς μήνες την προτίμησή της στο πρόσωπο του Ισπανού Λουίς ντε Γκουίντος ως άξιου διαδόχου για την θέση του επικεφαλής του Eurogroup. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε πως στο μέλλον η ελληνική κυβέρνηση θα είχε να διαπραγματευτεί με τον υπουργό που αποτέλεσε τον μεγαλύτερο αντίπαλό της κατά τη διάρκεια των τελευταίων διαπραγματεύσεων, πολύ σκληρότερο και από τον ίδιο τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, όπως είπαν αρκετοί αυτόπτες μάρτυρες των συνομιλιών.
Ο γερμανός υπουργός των Οικονομικών έχει χαλάσει πάντως τη σχέση του και με τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, αφού θεώρησε ότι ο τελευταίος μπήκε σε δικά του χωράφια όταν προσπάθησε να αναλάβει το ρόλο του μεσολαβητή μεταξύ Αθηνών και Βερολίνου. Στον Γιούνκερ και όχι στο Μοσκοβισί αποδίδει το γερμανικό υπουργείο οικονομικών και την εμπλοκή στο πρώτο Eurogroup όταν στην ελληνική αντιπροσωπεία παρουσιάστηκαν διαφορετικές προτάσεις από εκείνες που είχαν συμφωνήσει οι αρμόδιοι υπουργοί. Για πολλούς η ψυχρότητα αυτή στις σχέσεις Βερολίνου-Βρυξελλών θα μπορούσε να εκδηλωθεί και σε μελλοντικές κρίσιμες καμπές του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Η γερμανική επανένωση ήταν και …προσωπική υπόθεση
Οι ίδιοι οι Γερμανοί διπλωμάτες θυμίζουν σε κάθε ευκαιρία την σημασία μιας «καλής χημείας» για την επίτευξη μιας καλής συμφωνίας. Τον Ιούνιο του 1990 η «Πράβντα», επίσημο όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης αναρωτιόταν σε ένα σχόλιο της: «Είναι άραγε κακό ότι πολλές από τις απόψεις του Γκένσερ βρίσκονται κοντά στις δικές μας ή μερικές φορές ταυτίζονται κιόλας απόλυτα;» Το κείμενο αυτό, που παραξένεψε πολλούς, αφού η εφημερίδα δεν συνήθιζε να επαινεί τη γερμανική εξωτερική πολιτική, αποδίδεται σε μια παρέμβαση του τότε σοβιετικού υπουργού Εξωτερικών Εντβαρντ Σεβαρτνάτζε, ο οποίος είχε οικοδομήσει μια φιλική σχέση με τον Γερμανό ομόλογο του Χανς Ντίτριχ Γκένσερ. Μια σχέση που πολλοί θεωρούν ότι αποτέλεσε και τη βάση για να οικοδομηθεί και ένα ανάλογο κλίμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στον Χέλμουτ Κολ και τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και το οποίο έρχεται σε αντιδιαστολή με την παγερή ατμόσφαιρα που συνήθως κυριαρχεί στις σημερινές συναντήσεις Μέρκελ-Πούτιν.
Σεβαρτνάντζε και Γκένσερ ταίριαζαν σαν χαρακτήρες, ήταν συνομήλικοι, έμπειροι διπλωμάτες και μοιράζονταν αρνητικά προσωπικά βιώματα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Κάτι που ίσχυε και για το δίδυμο Κολ-Γκορμπατσόφ. Η επίδραση των καλών προσωπικών σχέσεων θεωρείται ότι μπορεί να μην έπαιξε τον κύριο ρόλο για την ταχεία πραγμάτωση του γερμανικού ονείρου της επανένωσης, αλλά όλοι συμφωνούν ότι σε κάθε περίπτωση επιτάχυνε τις εξελίξεις. Όπως άλλωστε είπε και ο τότε Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ρολάν Ντυμά «από τη στιγμή που ο Κολ είχε εξασφαλίσει την συμφωνία του Γκορμπατσόφ τίποτε δε μπορούσε να σταματήσει αυτή τη διαδικασία». Ιστορικές έχουν μείνει οι φωτογραφίες από τη συνάντησή τους στον Καύκασο, όπου σε χαλαρό κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης έγιναν αμοιβαίες υποχωρήσεις και δόθηκαν υποσχέσεις για σεβασμό στις ιστορικές ευθύνες και των δύο πλευρών.
Ο Χέλμουτ Κολ είχε ανάλογη «χημεία» και με τον τότε Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Μιτεράν, κάτι που είχε σαν αποτέλεσμα όχι μόνο την ενίσχυση του γαλλογερμανικού άξονα αλλά και την δημιουργία ουσιαστικά ενός μεγάλου συνασπισμού σοσιαλδημοκρατίας και χριστιανοδημοκρατίας από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, με την αρωγή ενός ακόμα Γάλλου σοσιαλιστή του Ζακ Ντελόρ.

Αντίθετα σε μηδενικές θερμοκρασίες κυμαινόταν πάντα η σχέση της βρετανίδας πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ με τους υπόλοιπους ηγέτες της εποχής εκείνης. Η «κυρία Όχι» όπως την αποκαλούσαν, δεν φημιζόταν για την κοινωνικότητά της και είχε ιδιαίτερα προβλήματα με την πληθωρική φιγούρα του Χέλμουτ Κολ. Κάποιες προσπάθειες του τελευταίου να σπάσει τον πάγο όταν για παράδειγμα είχε καλέσει τους ηγέτες που συνομιλούσαν για την προοπτική της γερμανικής επανένωσης στο… επαρχιακό σπίτι του στο Ογκερσχάιμ και τους πρόσφερε …πατσά (χοιρινό στομάχι μαγειρεμένο γερμανικά) μάλλον «δεν έκαναν τη σχέση με την κυρία Θάτσερ ευκολότερη», όπως με διπλωματική γλώσσα το έχει διατυπώσει ο τότε Βρετανός πρέσβης στη Βόννη Κρίστοφερ Μάλαμπυ, μιλώντας μερικά χρόνια αργότερα στο γερμανικό τύπο. Πάντως σήμερα είναι πολλοί αυτοί, που εύχονται να μην είχαν …καμφθεί τελικά οι έντονες αντιρρήσεις της κυρίας Θάτσερ να συμφωνήσει στην επανένωση των δύο Γερμανιών.

Μετά τη συμφωνία... αρχίζει η διαπραγμάτευση

Το Βερολίνο έδωσε μεγάλη σημασία στις εντυπώσεις για μια μάχη, που θεωρούσε εκ των προτέρων κερδισμένη επειδή ξέρει ότι σε λίγους μήνες έρχεται η επόμενη και πολύ πιο ουσιαστική
Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, από την «Επένδυση»
«Αν το ορεκτικό σας έπεσε βαρύ, τότε κοιτάξτε να έρθετε προετοιμασμένοι για ένα πολύ βαρύτερο κυρίως πιάτο», έλεγε σε Ελληνες συναδέλφους του Γερμανός ανταποκριτής στις Βρυξέλλες μετά και την έγκριση της συμφωνίας στο Eurogroup την περασμένη εβδομάδα. Μπορεί διάφοροι σχολιαστές αλλά και βουλευτές της χριστιανοδημοκρατίας να εκδήλωναν μέχρι και την τελευταία στιγμή το πρωί της περασμένης Τρίτης αμφιβολίες για το κατά πόσο σκόπιμη είναι αυτή η συμφωνία, αλλά ο κ. Σόιμπλε την είχε ουσιαστικά «εγκρίνει» από το περασμένο Σαββατοκύριακο, όταν και δρομολόγησε τη διαδικασία για την έγκρισή της από το γερμανικό κοινοβούλιο. Δικαιώθηκαν έτσι εκείνοι που προφήτευαν ότι η γερμανική κυβέρνηση θα τραβήξει το σκοινί όσο περισότερο μπορεί, αλλά στην παρούσα φάση δεν έχει κανένα λόγο να προκαλέσει μια ελληνική καταστροφή, ούτε να επιδιώξει να εξωθήσει την Ελλάδα εκτός ευρωζώνης. Απλά και για λόγους συμβολισμού έπρεπε να φανεί όσο το δυνατόν ανυποχώρητη, για να μην δώσει και το δικαίωμα σε κάποιον από τους πιστούς της μαθητές σε Βορρά και Νότο να της απευθύνουν το ρητό «δάσκαλε που δίδασκες».
Όμως «μετά την συμφωνία είναι πριν τη συμφωνία» λένε στο Βερολίνο και ετοιμάζονται για μια πολύ πιο σημαντική διαπραγμάτευση, όταν η τετράμηνη «ανάσα» της ελληνικής κυβέρνησης θα βαίνει προς το τέλος της. Όχι ότι μέχρι τότε θα την έχουν αφήσει σε χλωρό κλαρί. Ο γερμανός υπουργός Οικονομικών ήταν πολύ σαφής, όταν έλεγε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να λάβει άλλα χρήματα πριν την αξιολόγηση στο τέλος Απριλίου. Αλλά η σκληρή διαπραγμάτευση θα είναι όταν η Αθήνα θα προσέλθει για να παρουσιάσει τα σχέδια της για το επόμενο διάστημα μέχρι την συμπλήρωση τετραετίας. Δεν είναι τυχαία η δήλωση της Ανγκέλα Μέρκελ το βράδυ της περασμένης Τρίτης: «Η προσπάθεια δεν έχει ακόμα τελειώσει»
Με «κρατούμενο» την επιβάρυνση του κλίματος στις σχέσεις των δύο χωρών είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς τη συνέχεια. Οι δύο πλευρές σύναψαν ανακωχή, όπως έγραψε το Spiegel, την πανηγύρισαν αμφότερες, αλλά για ειρήνευση δε μπορεί να γίνεται λόγος. Τα παιχνίδια με τις λέξεις μπορεί να έκρυψαν τις τεράστιες διαφορές της προσέγγισης του προβλήματος, αλλά μόνο προσωρινά. Ακόμα και όροι που είναι κοινά αποδεκτοί όπως οι περιβόητες «μεταρρυθμίσεις» εκλαμβάνονται εντελώς διαφορετικά από τα δύο μέρη. Στη Γερμανία η ένταση των προηγούμενων εβδομάδων έστρεψε εκ νέου ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης εναντίον της Ελλάδας και έδωσε στους φανατικούς της «ενάρετης δημοσιονομικής πορείας» την ευκαιρία να διατυμπανίσουν σκληρές θέσεις. Θεωρείται λοιπόν πολύ δύσκολο, με βάση τα σημερινά δεδομένα να ενδώσει το Βερολίνο σε μια άλλη πολιτική, που θα βάζει την ανάπτυξη υπεράνω της λιτότητας.
Ηδη ο συντηρητικός Τύπος σε μια απίστευτη ευθυγράμμιση με την λογική Σόιμπλε άρχισε και πάλι τις προειδοποιήσεις προς την ελληνική πλευρά. Τα χυδαία «ευχαριστούμε κύριε Σόιμπλε» της BILD τα διαδέχτηκε η κυνική προειδοποίηση της Frankfurter Allgemeine, ότι «άλλοι σας πληρώνουμε και σταματήστε τα φλερτ με την Κομισιόν». Κάποιοι ειρωνικά επανέφεραν το κρίσιμο ερώτημα, αν η χώρα μας θα μπορέσει ποτέ να οικοδομήσει ένα πραγματικά ευρωπαϊκό κράτος αλλά και φυσικά αν θα αποπληρώσει τα χρέη της. Ο γνωστός αναλυτής Βόλφγκανγκ Μύνχαου απαντούσε πάντως για μια ακόμα φορά αρνητικά στο παραπάνω ερώτημα και επαναλάμβανε τη γνωστή του θέση, ότι δηλαδή είτε το χρέος θα πρέπει με κάποιο τρόπο να μειωθεί ριζικά ή η χώρα μας να αποφασίσει ότι χρειάζεται ένα άλλο νόμισμα.

Ένα ράγισμα σε αδιαπέραστο τείχος
Όλα τα παραπάνω δείχνουν τι ακριβώς έπεται. Αν το Βερολίνο δίστασε να δείξει έστω λίγη «γενναιοδωρία» τώρα, που η Αθήνα δεν ζητούσε πολλά περισσότερα από λίγο χρόνο, είναι προφανές ότι θα εξαντλήσει τη σκληρότητά του σε περίπτωση, που η συζήτηση φτάσει πραγματικά στον πυρήνα της πολιτικής του. Βεβαίως η γερμανική κυβέρνηση έκανε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να διαμηνύσει προς την κοινή γνώμη στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και προς τους εταίρους, ότι τίποτε δεν άλλαξε. Αλλά περιμένει να δει αν αυτό θα καταγραφεί τελικά έτσι και σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Γιατί φυσικά στη γερμανική καγκελαρία έχουν προσέξει τις αναλύσεις, που μιλούν για ένα μικρό έστω ράγισμα στην πρωσική μονολιθικότητα αλλά και τις επικρίσεις αρκετών οικονομολόγων για τον τυφλό «δογματισμό» τους. Είδαν ακόμα την «αξιολόγηση» του Νόρμπερτ Χέρινγκ στην Handelsblatt, που συνέκρινε τη συμφωνία με παλιότερες και συμπέραινε ότι «τελικά για την Ελλάδα άξιζε η φασαρία» ή το άρθρο της Zeit που έλεγε ότι «ο Τσίπρας έδωσε τέλος στην ταπείνωση». Και περιμένουν να δουν αν αυτές οι φωνές θα καταλαγιάσουν ή θα ενισχυθούν. Αλλωστε ποτέ δεν περίμεναν ότι θα μπορούσαν να χάσουν αυτή τη μάχη από την πολύ μικρότερή τους Ελλάδα, όταν μάλιστα την είχαν στριμώξει με την πλάτη στον τοίχο. Αλλά η ελληνική αυθάδεια έχει προβληματίσει. Οι Γερμανοί κυβερνητικοί επιτελείς θα επιχειρήσουν λοιπόν να ανασυντάξουν το κοινό μέτωπο με τους Βόρειους συμμάχους, αλλά και τους συντηρητικούς ακολούθους του Νότου, που έχουν και εκλογικές μάχες το φθινόπωρο και θα συνεχίσουν να απειλούν, όποιον σκέφτεται να ξεμυτίσει.

Υπό αυτή την έννοια η ελληνική κυβέρνηση έχει μερικές προτεραιότητες, που δεν πρέπει να αγνοήσει. Κατ’αρχήν να μπορέσει να «κάνει τη διαφορά» σε σχέση με τους προκατόχους της, σε θέματα όπως η οικοδόμηση ενός αξιόπιστου φορολογικού και φοροεισπρακτικού μηχανισμού ή η αποδοτικότητα της δημόσιας διοίκησης. Και θα πρέπει να μπορέσει να μετατρέψει σε συμμαχίες τις όποιες «συμπάθειες» μπορεί να κατέκτησε τις τελευταίες τέσσερεις εβδομάδες. Και να αναζητήσει και άλλους με τους οποίους πιθανώς να μπορεί να ταυτίσει τα δικά μας με τα δικά τους ενδιαφέροντα.

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Τσιμπήματα σε ένα τυφλό τέρας

Tου Κώστα Αργυρού, news247

Στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχει αποδειχτεί ότι οι «καλύτερες» συμφωνίες ή μάλλον αυτές που έχουν κάποια ελπίδα να περάσουν από το χαρτί του ανακοινωθέντος στην πραγματική ζωή είναι εκείνες που αφήνουν όλες τις πλευρές ελαφρώς ...δυσαρεστημένες. Και αυτό συνέβη με βεβαιότητα την Παρασκευή το βράδι στις Βρυξέλλες. Δεν χρειάζεται να είσαι οικονομολόγος για να καταλάβεις ότι η ελληνική πλευρά θα ήθελε αρκετά πράγματα παραπάνω. Το είχαν ...μαρτυρήσει τα 4/5 του δρόμου που επικαλέστηκε ο κ. Βαρουφάκης. Αλλά και η αναφορά του κυρίου Ντάισελμπλουμ στην «ευθύνη της Ευρώπης» και το «ξινό» ύφος του κυρίου Σόιμπλε, που ευχήθηκε στους δημοσιογράφους να μην τον ξαναδούν τόσο σύντομα μπροστά τους, εξαιτίας μιας νέας έκτακτης συνάντησης, δείχνουν ότι και η απόλυτη ταπείνωση της Ελλάδας, που ζητούσαν κάποιοι και διανθιζόταν όλη την ημέρα στο γερμανικό Τύπο με σενάρια «Αρμαγεδώνα» για την Ελλάδα τελικά δεν πέρασε.
Αν η ελληνική κυβέρνηση κέρδισε κάτι είναι το δικαίωμα να παρουσιάσει ένα δικό της σχέδιο. Κατ' αρχήν για να επιβιώσει αυτό το τετράμηνο και στη συνέχεια - και υπό την προϋπόθεση ότι θα τα καταφέρει - και για την τετραετία. Ο χρόνος είναι εξαιρετικά λίγος. Αλλά αυτό θα πρέπει να το γνώριζαν όλοι οι υπεύθυνοι αυτού του δύσκολου έργου από την αρχή. Η μάχη δεν τελείωσε. Πρόκειται όπως εύστοχα (αυτή τη φορά) έγραψε το «Spiegel» για « ανακωχή αλλά όχι για ειρήνη». Αλλά για πρώτη φορά οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι αναγνώρισαν το δικαίωμα στην νέα κυβέρνηση να παρουσιάσει κάποιες δικές της ιδέες και να μην φυλακιστεί στην 100% συνέχιση των προηγούμενων «made in Germany».
Ο «έλεγχος από τους θεσμούς» είναι έτσι κι αλλιώς κάτι που προβλέπεται από την συμμετοχή μας σε ένα υπερεθνικό όργανο με ισχύουσες για όλους συνθήκες. Ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας ο «έλεγχος» ήταν εξ΄αρχής δεδομένος, με βάση και την καχυποψία, που εδραίωσαν με τις «ελληνικές τους πατέντες» οι κυβερνήσεις περασμένων δεκαετιών. Δεν υπήρξαμε απαραίτητα και οι πιο αξιόπιστοι εταίροι στο παρελθόν.
Η ανάγκη για την παρουσίαση ενός ολοκληρωμένου αναπτυξιακού σχεδίου, που θα αντιμετωπίζει παράλληλα και το ζήτημα διαχείρισης του χρέους είναι δεδομένα μια υποχρέωση, που επιτέλους κάποια κυβέρνηση οφείλει να τολμήσει να αναλάβει. Ειδικά αν μπορέσει να εκμεταλλευτεί και το πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης», που έχει εξαγγείλει ο Μάριο Ντράγκι.
Δεν γίναμε ακόμα «συν-συγγραφείς» της μοίρας μας, όπως είπε ο κ. Βαρουφάκης. Εχουμε μια ευκαιρία, έστω και υπό πίεση χρόνου έστω και σε ένα όχι απαραίτητα φιλικό περιβάλλον να το προσπαθήσουμε. Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί ευλογία αλλά και κατάρα, αν η κυβέρνηση δείξει ότι δεν έχει τα κότσια για κάτι τέτοιο.
Τέλος, είτε θέλουν να το παραδεχτούν το Βερολίνο και οι παρατρεχάμενοί του είτε όχι, το τέρας της τυφλής λιτότητας μπορεί να μην δέχτηκε θανάσιμες μαχαιριές, αλλά ένοιωσε αρκετά ενοχλητικά τσιμπήματα. Από το πολιτικό θάρρος και άλλων στην Ευρώπη θα εξαρτηθεί αν η συζήτηση αμφισβήτησης του μέχρι τώρα ασφυκτικού πλαισίου θα μπορέσει να συνεχιστεί και να επεκταθεί μέχρι σημείου αντικατάστασής της με μια άλλη πολιτική. Βέβαιο δεν είναι. Αλλά είναι μια ελπίδα.

ΥΓ 1. Είναι μάλλον φαιδρό εκείνοι, που κατηγορούσαν την κυβέρνηση ότι πάει σε «ρήξη» και «οδηγεί τη χώρα στα βράχια» να την επικρίνουν τώρα γιατί δεν απαίτησε περισσότερα, ρισκάροντας δηλαδή μια σύγκρουση. Τελικά μήπως ονειρεύονταν αυτοί το Κούγκι;


ΥΓ 2. Η έλλειψη αναφοράς στην «ανθρωπιστική κρίση», που υπήρχε σε κάποια πρότερα σχέδια είναι σίγουρα ένα σημείο, όπου η κυβέρνηση θα καταγράψει στα μείον της. Αλλά και εδώ έβαλαν το χεράκι τους, όλοι εκείνοι, εντός και εκτός συνόρων που με τις πολιτικές τους έφεραν την κοινωνία σε αυτό το σημείο. Και ως γνωστόν οι «φωστήρες» αυτοί δεν φημίζονται για την αυτοκριτική τους διάθεση.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

Η αξιοπρέπεια της Ευρώπης

 Του Κώστα Αργυρού, news247

Εχω ξαναγράψει ότι υπάρχουν κάποιοι που τους φαίνεται αστείο να εμπλέκεται ο όρος «αξιοπρέπεια» στις συζητήσεις γύρω από την επίλυση της ελληνικής κρίσης. Ο καθένας έχει τους δικούς του κώδικες και δε μπορεί φυσικά να του επιβληθεί να εκτιμήσει έννοιες που του είναι ξένες. Αλλά καλό θα είναι να εκλείψει αυτές τις στιγμές η κουτοπόνηρη υποκρισία, που προσπαθεί να ρίξει το φταίξιμο για όλα στην ελληνική πλευρά.
Μια από τις φίρμες που θησαύρισαν κατά τον «χρυσόν αιώνα» της τηλεόρασης έθετε με πονηρή… αφέλεια το δίλημμα των ημερών με τη μορφή «μόνοι μας ή ενταγμένοι στο ευρωπαϊκό σύστημα». Πιο γερμανικά δεν γίνεται. Γιατί θα έπρεπε και ο πιο αδαής να έχει καταλάβει πλέον ότι αυτή τη στιγμή διεξάγεται μια μάχη όχι της Ελλάδας ενάντια στην Ευρώπη, αλλά της Γερμανίας ενάντια στις αρχές, τους θεσμούς αλλά και τις κινητήριες ιδέες της Ευρώπης. 
Δεν προκατέλαβε η Ελλάδα τις αποφάσεις του Eurogroup με ειρωνικά σχόλια για την άλλη πλευρά. Δεν ακύρωσε η Ελλάδα τους θεσμούς και τα όργανα. Δεν καπέλωσε η Ελλάδα τον κύριο Μοσκοβισί ή τον κύριο Γιούνκερ. Δεν αγνοεί συστηματικά η Ελλάδα τις συνθήκες της ΕΕ, απειλώντας με «τιμωρίες» που δεν προβλέπονται πουθενά σε αυτές. Δεν αρνείται η Ελλάδα πεισματικά κάθε είδους διαπραγμάτευση με την άλλη πλευρά. Δεν χειρίστηκε η Ελλάδα την υπόθεση με τελεσίγραφα. Αντίθετα η νέα κυβέρνηση έχει δείξει και ευελιξία και διάθεση για υποχωρητικότητα και προθυμία για διάλογο και αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων. Με άλλα λόγια δεν είναι η Ελλάδα απομονωμένη, όπως με δουλοπρέπεια φωνάζουν αυτοί, που ωρύονται να πούμε το «JA» στο Σόιμπλε για να μην μπλέξουμε σε περιπέτειες και παγώνουν τις σαμπάνιες για να τις ανοίξουν σε περίπτωση άτακτης οπισθοχώρησης της στριμωγμένης Ελλάδας. 
Το να μην σε υποστηρίζει κανείς γιατί φοβάται το μπαμπούλα δε σημαίνει ότι δε βλέπει το δίκιο σου. Αλλά είπαμε η αξιοπρέπεια δεν χορηγείται με ενδοφλέβιες ενέσεις.
Οσο και αν οι παπαγαλίζοντες τα διάφορα θεωρήματα επιχειρούν να το αποκρύψουν πίσω από «τεχνικές λεπτομέρειες», η ουσία είναι μια και ακραία πολιτική: η Γερμανία έχει συνειδητοποιήσει ότι αν υποχωρήσει έστω και κατά μια σπιθαμή, θα προκαλέσει ρήγμα στο τείχος της υποταγής, που είχε επιβάλει μέχρι τώρα. Και επιδιώκει την ταπείνωση του Αλέξη Τσίπρα και του Γιάνη Βαρουφάκη για να περιφέρει τα (πολιτικά) κουφάρια τους ανά την Ευρώπη προς παραδειγματισμό των υπολοίπων.
H κυρία Μέρκελ δεν ενδιαφέρεται για τα νούμερα και τα επιτόκια. Αυτό που την απασχολεί είναι να αποτρέψει μια «πολιτική ανατροπή στην Ευρώπη». Να ξεμπερδεύει μια και καλή με όλους, τους «υπόπτους» για παραστράτημα.
Βεβαίως, όταν λέμε «ανατροπή» μην φανταστείτε κάτι το επαναστατικό. Μιλάμε απλά για μια αλλαγή στην ιεράρχηση προτεραιοτήτων, από τη λιτότητα προς την ανάπτυξη. Το έχει θέσει στην ατζέντα του και ο κ. Γιούνκερ, το θέλουν και άλλες κυβερνήσεις, το έγραψαν σε ανακοινώσεις τους και άλλες ομάδες στο ευρωκοινοβούλιο, το διαμηνύουν ακούραστα στο Βερολίνο και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Αλλά ο κ. Σόιμπλε δεν προλαβαίνει να ακούσει, συνεπαρμένος από την αναστάτωση, που προκαλεί κάθε φορά και μια πιο κυνική του αλαζονική δήλωση, ειδικά σε μεταμεσονύχτιες τηλεοπτικές εκπομπές. 
Δεν είναι λοιπόν ούτε μελοδραματικό και κυρίως καθόλου εθνικιστικό ή λαϊκίστικο να μιλήσει κανείς για αξιοπρέπεια. Για την αξιοπρέπεια όχι πια μόνο της Ελλάδας, αλλά ολόκληρης της Ευρώπης, που βιώνει μια ιστορικών διαστάσεων αντιπαράθεση. Θα καταργήσουμε κάθε διάλογο, κάθε αναζήτηση εναλλακτικής λύσης, κάθε ακρόαση της λαϊκής απαίτησης για λίγο περισσότερο οξυγόνο, μόνο για να ικανοποιήσουμε το γερμανικό αυτάρεσκο δογματισμό; Δεν ξεκίνησε απαραίτητα έτσι αυτή η αντιπαράθεση. Δεν είχε ένα τέτοιο «οριστικό» χαρακτήρα. Αλλά έτσι πια καταλήγει. Και αυτό ήταν επιλογή του Βερολίνου. 


# Οι βολεμένοι που θα θιχτούν από τα παραπάνω ας μην χάσουν το χρόνο τους για να μου απαντήσουν. Όχι τίποτα άλλο, αλλά μήπως καθυστερήσουν και δεν προλάβουν στο σούπερ-μάρκετ το κωλόχαρτο…

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

Ο απόλυτος εκβιασμός

Του Κώστα Αργυρού, news247

sooc
Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε απέδειξε χτες ότι διαθέτει και ικανότητες εγγαστρίμυθου. Γιατί φυσικά ήταν αυτός, που μιλούσε και όχι αυτή η ξύλινη φιγούρα της πολιτικής, που ακούει στο όνομα Γερούν Ντάισελμπλουμ. Ηταν προφανές από τις πρωϊνές δηλώσεις του Γερμανού υπουργού Οικονομικών περί «ανεύθυνης ελληνικής κυβέρνησης», ότι η Γερμανία αποφάσισε να πάει στον απόλυτο εκβιασμό της Αθήνας, προκειμένου να της σπάσει τον «τσαμπουκά» και να δώσει και ένα καλό παράδειγμα και σε πιθανούς μελλοντικούς άτακτους, που θα διανοηθούν να ...λοξοδρομήσουν.
Τα όσα τραγελαφικά ακολούθησαν τη νύχτα με το «χαμένο προσχέδιο ιδεών» της Κομισιόν, που λησμόνησε ότι είχε παρουσιάσει ο Πιέρ Μοσκοβισί αποτελούν την καλύτερη απόδειξη μιας Ευρώπης που δεν είναι πια απλώς γερμανική. Είναι εντελώς αντιδημοκρατική και τυχοδιωκτική, χρησιμοποιεί μεθόδους μαφίας για να παγιδεύσει μια ελληνική κυβέρνηση, που προσπαθεί να ξεφύγει από την ασφυκτική θηλειά της «αέναης λιτότητας». Αυτό που ζούμε τις τελευταίες εβδομάδες μοιάζει πράγματι εφιαλτικό επειδή ακριβώς θα μπορούσε να είναι και το οριστικό τέλος της «Ευρώπης» με αποκλειστική ευθύνη της Γερμανίας, που αισθάνεται πολιτικά απομονωμένη και αντιδρά πλέον ανεξέλεγκτα και καταστροφικά. Οι προκλήσεις του κ.Σόιμπλε δεν είναι δείγμα δύναμης, ούτε αυτοπεποίθησης. Είναι απόδειξη του πόσο πολιτικά μόνος αισθάνεται. Και αφού κανείς δεν τον σέβεται, ας τον φοβούνται τουλάχιστον όλοι. Κάποιοι αναλυτές προέβλεπαν ότι η Γερμανία θα προκαλέσει μια μεγάλη κρίση πριν τη λύση. Τώρα μοιάζει να απολαμβάνει περισσότερο την κρίση από τη λύση. Εκτός αν όλοι αυτοί που κατά το περιοδικό «Σπίγκελ» «φοβούνται να αντιμιλήσουν στη Μέρκελ» αποφασίσουν επιτέλους κάποια στιγμή να πουν αυτό που πραγματικά σκέφτονται. Κάποιοι πρέπει σε τελική ανάλυση να βρεθούν να σώσουν την τιμή της Ευρώπης.
Προφανώς το Βερολίνο υπολόγιζε ότι έχει όλα τα όπλα δικά του και απέναντι του μια άπειρη κυβέρνηση, που μπορεί εύκολα να γλυστρίσει στο ασυνήθιστο για αυτήν «ευρωπαϊκό παγοδρόμιο». Προφανώς υπολόγιζε ότι η Ελλάδα θα λυγίσει πολύ πιο εύκολα. Αλλά δεν είχε υπολογίσει ότι έχει απέναντί της αυτή τη φορά μια «Αθήνα», που δεν είναι έτοιμη να υπογράψει ακόμα και στις... χαρτοπετσέτες.
Ναι, είναι ο απόλυτος εκβιασμός. Η γερμανική πολιτική έχει ξεπεράσει πλέον κάθε όριο ανευθυνότητας. Για να μην χρεωθεί η ίδια την παραδοχή ενός λάθους ρισκάρει να τινάξει στον αέρα ολόκληρη την ευρωζώνη. Καθοδηγεί συστηματικά διαρροές για να εκθέσει την Αθήνα, έχοντας τις απευθείας προσβάσεις στον μεγάλο ευρωπαϊκό τύπο. Εκμεταλλεύεται το παραμικρό διπλωματικό-διαπραγματευτικό λάθος για να αποδείξει ότι οι Ελληνες δεν είναι σοβαροί και δεν ξέρουν τι θέλουν. Απειλεί όλους τους υπόλοιπους Ευρωπαίους με προειδοποιητικές βολές, μην τυχόν και τολμήσει να ξεμυτίσει κανείς. Χρησιμοποιεί το γερμανικό Τύπο ως εργαλείο εξυπηρέτησης εθνικών συμφερόντων. Μην ξεχνάμε ότι η εφημερίδα, που αποκάλεσε «ηλίθιο» τον ελληνικό λαό ήταν αυτή που τον καλούσε το 2012 να ψηφίσει το δίδυμο Σαμαρά-Βενιζέλου.
Προφανώς αυτός ήταν και ο λόγος, που κανείς από την τωρινή αντιπολίτευση δεν ενοχλήθηκε από το συγκεκριμένο χαρακτηρισμό, όπως δεν ενοχλήθηκε από τις υβριστικές δηλώσεις του μάστορα του πολιτικού κυνισμού, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Κανονικά οι δηλώσεις του θα έπρεπε να έχουν ξεσηκώσει σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο της χώρας. Κανονικά θα έπρεπε να του απαντήσουν όλοι με μια φωνή ότι «λυπούνται που η γερμανική οικονομική πολιτική είναι τόσο κοντόφθαλμη και εκδικητική». Αντιθέτως το μόνο που βιάστηκαν να κάνουν κάποιοι ήταν να ειρωνεύονται την κυβέρνηση στο διαδίκτυο. Α, ναι και ο κύριος Σαμαράς βγήκε άρον-άρον να μιλήσει για «αδιέξοδο» και «ρήξη», πριν ακόμα υπάρξει η παραμικρή ανακοίνωση από την ελληνική πλευρά για το τι πραγματικά συνέβη στο Eurogroup. Πριν ζητήσει καν επίσημη ενημέρωση. Ετσι στηρίζει ο Σαμαράς (την εθνική διαπραγμάτευση)

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Η τριχοτόμηση της Ευρώπης

Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ άναψε φωτιές στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και στα στρατηγεία των κομμάτων, που χωρίστηκαν σε τρία μεγάλα στρατόπεδα: τους ορκισμένους αντιπάλους, τους ένθερμους οπαδούς και τους συμπαθούντες διαμεσολαβητές, που βλέπουν μια ευκαιρία να κινηθεί επιτέλους η ΕΕ σε πολιτικές ανάπτυξης

Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, από την «Επένδυση»

Η προεκλογική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να «διεθνοποιήσει» το ελληνικό πρόβλημα φάνηκε να του αποδίδει καρπούς εκλογικά και να βάζει τις κεντρικές του θέσεις στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης και μετεκλογικά, όχι μόνο στο στενά εσωτερικό πεδίο αλλά σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Από τις 25 Ιανουαρίου και μετά η Ευρώπη βιώνει μια ιδιότυπη τριχοτόμηση. Από τη μια βρίσκονται οι «αντίπαλοι», με πρώτους και καλύτερους τους Γερμανούς Χριστιανοδημοκράτες, οι οποίοι εμμένουν πεισματικά στην τήρηση των μνημονιακών υποχρεώσεων. Μαζί τους οι παραδοσιακά σκληροί του Βορρά όπως οι Ολλανδοί και οι Φινλανδοί συντηρητικοί, αλλά και οι επίσης κεντροδεξιές κυβερνήσεις Ραχόι και Κοέλιο σε Ισπανία και Πορτογαλία αντίστοιχα. Ολοι αυτοί ήταν λίγο πολύ αναμενόμενο ότι ο καθένας για δικούς του λόγους θα σταθούν απέναντι στη νέα κυβέρνηση και θα απαιτήσουν να τηρηθεί απαρέγκλιτα η μέχρι τώρα μνημονιακή πολιτική. Πάντως ο Μαριάνο Ραχόι έχει εκνευρίσει ακόμα και συντηρητικά μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τον φανατισμό με τον οποίο προσπάθησε να εμποδίσει οποιαδήποτε κίνηση καλής θέλησης και διάθεση διαπραγμάτευσης απέναντι στην Ελλάδα. Η εμμονή του έχει ξεπεράσει και τις εμμονές της Μέρκελ σχολίαζε έμπειρος κοινοτικός αξιωματούχος, ειδικά στην φάση εκείνη που ο πρόεδρος της Κομμισιόν βρισκόταν σε διαρκείς διαπραγματεύσεις με τις μεγάλες πρωτεύουσες για να «φιλοτεχνήσει» μια αμοιβαία επωφελή λύση.
Αναμενόμενο ήταν επίσης ότι θα δεχτούν με ενθουσιασμό το ελληνικό εκλογικό αποτέλεσμα και πολιτικές δυνάμεις του Νότου κυρίως, που προσδοκούν σε μια πρόσθετη ώθηση εξαιτίας του. Οι Podemos στην Ισπανία, το Σιν Φέιν στην Ιρλανδία ή η «Λίστα Τσίπρα» στην Ιταλία ήταν λογικό να χαιρετίσουν την καινούρια κυβέρνηση, όπως συνέβη άλλωστε συνολικά με τις δυνάμεις της Αριστεράς στην Ευρώπη.
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον από αντιπάλους και οπαδούς παρουσιάζει όμως μια άλλη κατηγορία πολιτικών δυνάμεων, που θα μπορούσε να πει κανείς ότι ξεκίνησαν ως «συμπαθούντες από περιέργεια» και στην πορεία ανέλαβαν να παίξουν το ρόλο του διαμεσολαβητή, που θα εκτονώσει την σύγκρουση, που για κάποιους έμοιαζε προδιαγεγραμμένη μερικά εικοσιτετράωρα νωρίτερα.
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν κυρίως οι σοσιαλδημοκράτες από χώρες του νότου αλλά όχι μόνο, όπως έδειξαν τα παραδείγματα της Αυστρίας και του Βελγίου. Η επιμονή του Αυστριακού καγκελάριου να καλέσει τον Ελληνα πρωθυπουργό στη Βιέννη πριν από την κρίσιμη σύνοδο κορυφής δεν ήταν καθόλου τυχαία. Το αυστριακό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα βρίσκεται σε μια φθίνουσα πορεία και έχει φέτος να αντιμετωπίσει τέσσερεις εκλογικές διαδικασίες. Η βάση του έβραζε εδώ και καιρό για την μετατροπή του σε συμπλήρωμα της χριστιανοδημοκρατίας και πριν τις ελληνικές εκλογές ο διάλογος για το αν θα πρέπει να υπάρξει προσέγγιση και συνεργασία με το ΣΥΡΙΖΑ ήταν ιδιαίτερα έντονος. Αποκορύφωμα το άρθρο της νεαρής επικεφαλής του αριστερού ρεύματος στη Βιέννη, η οποία είχε γράψει την παραμονή των ελληνικών εκλογών κείμενο με τον τίτλο «όποιος ψηφίζει ΣΥΡΙΖΑ, ψηφίζει Κράισκυ» αναφερόμενη στον αυστριακό καγκελάριο από το 1970 έως το 1983, το Μπρούνο Κράισκυ, που θεωρείται ο μεταμορφωτής της χώρας αλλά και μαζί με το Βίλλυ Μπραντ μια από τις μεγαλύτερες μορφές της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη μεταπολεμικά. Το κείμενο σημείωνε ότι πολλές από τις σημερινές διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ είναι ουσιαστικά ταυτόσημες με εκείνες του Σοσιαλιστικού Κόμματος Αυστρίας στη δεκαετία του ’70.
Στήριξη εκτός από την αυστριακή έδωσε στην ελληνική κυβέρνηση και το Βέλγιο. Ο πρόεδρος του εκεί Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελιό ντι Ρουπό χαιρέτισε δημόσια τη νίκη του Αλέξη Τσίπρα και επιτέθηκε σε αυτούς, που του ζητούν να ανακαλέσει το πρόγραμμα του ως περιφρονητές της δημοκρατίας. Πίσω από τέτοιες δηλώσεις υπάρχει η ανησυχία ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία έχει μετατραπεί σε ουρά της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης πολιτικής και κάποια στιγμή θα τιμωρηθεί από τις κοινωνίες, οι οποίες θα της επιφυλάξουν μια τύχη ανάλογη εκείνης του ΠΑΣΟΚ. Μια συνεργασία με τον Αλέξη Τσίπρα ειδικά αν αυτός βάλει νερό στο κρασί του θεωρείται ότι πράγματι θα μπορούσε να αλλάξει τους συσχετισμούς στην Ευρώπη.

«Νew deal» για την Ελλάδα
Για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία η εκλογική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ και ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης με κορμό την Αριστερά αποτέλεσε ένα σοκ, το οποίο ορισμένοι θεωρούν ότι μπορεί να αποδειχθεί σωτήριο. Η επακόλουθη κόντρα με τους Χριστιανοδημοκράτες ήταν ασυνήθιστα έντονη. Ο μόνος που μοιάζει να μην εγκαταλείπει την γερμανική γραμμή είναι ο Μάρτιν Σουλτς, ο οποίος όμως έχει έτσι κι αλλιώς «θέματα» εδώ και καιρό με την ιταλική ομάδα των σοσιαλδημοκρατών, που είναι και περισσότεροι και έχουν και το προνόμιο να κρατούν στα χέρια τους την προεδρία στο πρόσωπο του Τζιάνι Πιτέλα. Την σφραγίδα του Ιταλού φέρει και η ανακοίνωση, που εξέδωσαν στις αρχές της εβδομάδας οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες ζητώντας ένα «new deal» για την Ελλάδα και την Ευρώπη. Η ανακοίνωση αυτή, που εγκρίθηκε ομόφωνα στο Στρασβούργο μιλούσε για την ανάγκη να δοθεί χρόνος για «ένα νέο σχέδιο μεταρρύθμισης και ανασυγκρότησης για την Ελλάδα, το οποίο θα αντικαταστήσει το υπάρχον, που σχεδίασε η Τρόικα». Επεσήμαινε ότι θα πρέπει να διασφαλιστεί η χρηματοδότηση της Ελλάδας και ουσιαστικά φωτογράφιζε το πλαίσιο μεταρρυθμίσεων, που θα έπρεπε να προτείνει η ελληνική πλευρά, προκειμένου να μπορέσει να βρει μια συμβιβαστική φόρμουλα με τους ευρωπαίους εταίρους της.

Θα πρέπει να σημειωθεί ακόμα ότι το σχετικά αναλυτικό κείμενο υιοθετούσε τη θέση ότι η κρίση δεν είναι καθαρά ελληνική υπόθεση αλλά και ευρωπαϊκή και για αυτό και θα χρειαστεί να υπάρξουν συνολικές συζητήσεις για την αρχιτεκτονική της ΟΝΕ. Αναφορά γινόταν όμως και στην αναγκαιότητα επαναδιαπραγμάτευσης του χρονοδιαγράμματος αποπληρωμής του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Unbelehrbar = Ανεπίδεκτοι μαθήσεως

Του Κώστα Αργυρού, news247

Πολυάριθμοι σοβαροί Γερμανοί οικονομολόγοι (Πέτερ Μπόφινγκερ, Γκούσταβ Χορν, Μαρσέλ Φράτσερ) και όχι εκείνοι που έγιναν τηλεπερσόνες χτίζοντας την φήμη τους πάνω στην προσήλωση στον σέξυ όρο «Grexit» λένε και ξαναλένε ότι η πολιτική που επιβλήθηκε – με ευθύνη κυρίως της Γερμανίας - στην Ελλάδα έχει αποτύχει παταγωδώς. Η ουσία της κριτικής τους εντοπίζεται κυρίως στην λανθασμένη κεντρική σύλληψη αυτής της πολιτικής. Δε μπορείς να βγεις από το φαύλο κύκλο του χρέους εφαρμόζοντας λιτότητα και μεταρρυθμίσεις ταυτόχρονα, ειδικά όταν η λιτότητα είναι πανευρωπαϊκή και δε μπορεί να αντισταθμιστεί. Αυτό που χρειάζεται είναι ανάπτυξη και μεταρρυθμίσεις.
Οι μόνοι που αρνούνται να το παραδεχτούν είναι ο σκληρός πυρήνας της γερμανικής χριστιανοδημοκρατίας με σημαιοφόρο τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος θεωρεί ότι ο καλύτερος τρόπος για να αποδείξεις ότι δεν έκανες λάθος είναι να επιμένεις στο λάθος. Αδιαφορώντας για τις κοινωνικές συνέπειες της πολιτικής αυτής και την καταστροφή που προκαλεί αργά αλλά σταθερά στην ευρωπαϊκή ιδέα, που από ελπίδα για εκατομμύρια νέους ανθρώπους έχει αρχίσει πλέον να μετατρέπεται σε απειλή και να ταϊζει σταθερά εθνικιστικά τέρατα.
Η κυρία Μέρκελ υιοθέτησε αυτή τη λογική του απλοϊκού και εντελώς αντιεπιστημονικού – ναι σχεδόν μπακαλίστικου - υπολογισμού «κόστους-κέρδους» και μάλιστα σε ένα πολύ κοντόφθαλμο ορίζοντα. Την έκανε μάλιστα και προεκλογικό σύνθημα στο πρόσωπο της «Σουηβής νοικοκυράς», ασπαζόμενη και αυτή τη θεωρία ότι μη εξομολογημένη αμαρτία δεν είναι αμαρτία. Ο πειρασμός είναι μεγάλος να σκεφτεί κανείς, ότι αν το 1989/90 ήταν αυτή καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας και όχι ο Χέλμουτ Κολ, η επανένωση των δύο Γερμανιών δεν θα είχε συμβεί ποτέ, γιατί θα κρινόταν ασύμφορη οικονομικά.
Αυτό που ζούμε τις τελευταίες εβδομάδες αγγίζει τα όρια του παραλόγου. Μια αποστεωμένη αγελάδα, όπως γράφτηκε κάπου στον αμερικανικό Τύπο συνεχίζει να μαστιγώνεται με μανία για να κατεβάσει γάλα. Κανένας σύμβουλος του Γερμανού υπουργού Οικονομικών δεν έχει την οξυδέρκεια να σκεφτεί ότι θα πρέπει να την αφήσει να ανακάμψει λίγο, να πάρει μια ανάσα, να σταθεί στα πόδια της για να γίνει πάλι παραγωγική. Είναι πραγματικά γελοίο να απειλείται με χρεοκοπία μια χώρα της Ευρωζώνης για μερικά δισεκατομμύρια από μια άλλη εταίρο της, που έχει κάνει πάλι ρεκόρ εξαγωγών με πάνω από 1,1 τρισεκατομμύρια και αποδεδειγμένα έχει κερδίσει μερικές δεκάδες δισεκατομμυρίων, ακριβώς εξαιτίας της εμπλοκής της στην κρίση.
Είναι επίσης γελοίο να μην μπορούν να καταλάβουν την ουσία του προβλήματος κάποιοι στην Ελλάδα, που εμφανίζονται μερκελικότεροι της Μέρκελ, ειρωνεύονται όσους τολμούν να μιλήσουν για αξιοπρέπεια και προτείνουν ως λύτρωση το «αυτομαστίγωμα» αλλά για την... υπόλοιπη κοινωνία γιατί οι ίδιοι είναι ήδη προ πολλού πεφωτισμένοι.
Το πρόβλημα της Ευρώπης και όχι της Ελλάδας αυτή τη στιγμή είναι ότι η Γερμανία αδυνατεί να παραδεχτεί το λάθος της. Για μια ακόμα φορά καμαρώνει για την τεράστια δύναμή της, αλλά δε μπορεί να τη διαχειριστεί. Μοιάζει να ποντάρει σε αυτή για να κουκουλώσει αυτό το λάθος, υπολογίζοντας ότι θα γονατίσει τον αντίπαλο. Δείχνει έτοιμη να ρισκάρει ακόμα και την αρχή του τέλους της ευρωζώνης και ίσως και μια παγκόσμια οικονομική αναταραχή, μόνο και μόνο επειδή δεν έχει το πολιτικό θάρρος να ομολογήσει ότι η πολιτική της απέτυχε και αρνείται πεισματικά να δώσει την ευκαιρία να δοκιμαστεί κάτι διαφορετικό.
Ο αυτάρεσκος σαρκασμός, με τον οποίο ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν χάνει ευκαιρία όποτε βρεθεί μπροστά σε κάμερα να ειρωνευτεί και να απορρίψει αυτό, που ζητούσε όχι μόνο η Ελλάδα αλλά και η ομάδα των Σοσιαλδημοκρατών στο ευρωκοινοβούλιο (και ισότιμων και με άποψη υποτίθεται εταίρων του στη γερμανική κυβέρνηση) το να δεχτεί δηλαδή να συζητήσει «ένα σχέδιο μεταρρύθμισης και ανασυγκρότησης της Ελλάδας, το οποίο θα αντικαταστήσει το υπάρχον σχεδιασμένο από την Τρόικα» είναι δύσκολο τελικά να μην ανακαλέσει και στον πιο καλοπροαίρετο παρατηρητή ανατριχιαστικές ιστορικές μνήμες.

Η γερμανική πολιτική ελίτ είναι έτοιμη να εκφράσει πάλι σε όλο του το μεγαλείο το νόημα μιας λέξης, που στη γλώσσα της είναι τρομακτικά ακριβής: unbelehrbar, που θα πει ανεπίδεκτη μαθήσεως. Μεθυσμένη από τη δύναμή της και τυφλωμένη από το δέος εκείνων που φοβούνται να της αντιπαρατεθούν και προτιμούν να λουφάξουν, είναι έτοιμη να τραυματίσει πάλι θανάσιμα την ευρωπαϊκή ιδέα. Το ερώτημα είναι αν το κάνει συνειδητά ή απλά από αδεξιότητα. Το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις θα είναι ολέθριο.

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

New Deal for Greece and the EMU

Socialists and Democrats - Οι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες στο Ευρωκοινοβούλιο, δηλαδή και Ποτάμι και ΠαΣοΚ ψήφισαν υπέρ του παρακάτω κειμένου στο Στρασβούργο, που ζητά ακριβώς να δοθεί στην Ελλάδα το δικαίωμα της επαναδιαπραγμάτευσης μιας αποτυχημένης πολιτικής της Τρόικας. Στην Ελλάδα βέβαια βγαίνουν και λένε άλλα....

Preventing a new Eurozone crisis: Towards a New Deal for Greece and the EMU
It is now clear that Greek people are rejecting policies against which European Socialists and Democrats have been fighting for years: abrupt fiscal consolidation combined with sharp labour cost cuts, leading to large-scale unemployment and poverty. They are also rejecting that the default solution for addressing Eurozone imbalances should be internal devaluation imposed by an unaccountable "Troika" (EC-ECB-IMF) in exchange for bailout disbursements.
Greece faces massive challenges to recover from five years of austerity and to shrink its sovereign debt which currently exceeds 170% GDP. But Greece's problem is also a European one: serious financial and political crisis risks emerging from the standoff between the Syriza-led government, which calls for debt relief, and those in Europe who insist on continued austerity for decades to come. The integrity of the Eurozone must be preserved; but how the present crisis is resolved will show how our Economic and Monetary Union is able to handle and prevent economic shocks and imbalances in the future.
The S&D and PES family has a major responsibility and a unique opportunity to help define a credible, fair and progressive political solution to this dispute. It needs to be based on a reform and reconstruction plan for Greece, replacing the current bailout programme designed by the “Troika”. It must be a joint plan, genuinely responding to the concerns of the Greek people, while remaining acceptable to other EU governments/institutions and the people they are accountable to. Therefore it should be negotiated between the Greek government and the European Commission and Council, under the supervision of the European Parliament. The plan would create confidence that a solution will be found for Greece’s prosperous future within the Eurozone. Its implementation would provide assurances required by Greece’s European partners in return for tangible solidarity.
Meanwhile, urgent action is needed to stabilise markets and prevent further capital flight from Greece, particularly after the ECB decided to make Greek government bonds ineligible as collateral in ECB refinancing operations. It is now crucial that the ECB enables continued provision of emergency liquidity assistance to Greek banks. Rather than forcing Greece into an extension of the Troika programme, the ECB should do its part to ensure the necessary funding of the Greek economy while a New Deal for Greece is being negotiated. Subsequently, eligibility of Greek bonds under the ECB's instruments can be linked to implementation of the new reconstruction and reform plan.
The reform and reconstruction plan for Greece should aim at achieving as soon as possible a turning point when the country's debt/GDP ratio starts to decline, investment is promoted, jobs are created and social inequalities are significantly reduced. It should set out a list of progressive reforms and investments to be pursued for economic and social recovery, as long advocated by the S&D and PES family:
  1. major reform of public administration;
  2. stepped-up fight against tax avoidance;
  3. a strategy to combat corruption and ensure efficient public procurement;
  4. support to innovative enterprises and innovative social economy;
  5. investment in education and other social investments to reduce inequalities;
  6. implementation of the Youth Guarantee, based on a major reconstruction of the public employment service; and
  7. development of basic public services to provide basic commodities and access to healthcare to all inhabitants, including migrants.

Given that Greece has already reached primary fiscal surplus, the above structural reforms should be accompanied by an extended timetable for fiscal consolidation, while preserving a small primary surplus. Solutions should also be found in the context of the SGP to enable Greece to boost investment and attract financing from the new European Fund for Strategic Investments, notably by applying the SGP’s investment clause also to countries in the corrective arm of the SGP and treating favourably Greek public co-financing of Structural Funds and EFSI investments. The schedule for repayment of Greek sovereign debt should be renegotiated, building on the Eurogroup agreement in 2012, in particular by further extending maturities and lowering interest rates. In addition, a temporary moratorium on capital repayments could be agreed until growth or output reach certain levels.
Despite many specificities of the Greek case, the crisis of the Greek economy and sovereign debt is closely linked to the crisis of Europe's Economic and Monetary Union, namely of its ability to deal with adverse shocks and restore Member States’ growth potential in a way that socio-economic convergence and balanced growth are possible. Without a readily available lender of last resort and a shared fiscal capacity, the EMU has responded to imbalances and asymmetric cyclical developments predominantly through harsh fiscal consolidation and internal devaluation. This has generated a deflationary spiral across Europe, rising debt/GDP ratios, high unemployment, deep internal divergences and financial fragmentation. Recent achievements of the S&D and PES family, such as the Investment Plan for Europe and the clarification of the flexibility within the SGP, are important to support economic recovery, but not sufficient to ensure the EMU's resilience against future crises.
Completion of the EMU will therefore be a key issue in 2015, starting with the informal European Council meeting on 12 February. It requires, in particular:

  • Financial Pillar: Full implementation of Banking Union; further progress on financial regulations; creation of a Capital Markets Union.
  • Economic Pillar: Better balancing economic and social concerns in EMU governance; symmetrical adjustment of imbalances, involving also surplus countries; real macroeconomic coordination based on a shared view of the Eurozone's optimal aggregate fiscal stance and current account position.
  • Social Pillar: Social dialogue on euro-area issues, including steps towards wage-setting coordination. Minimum social standards or national social floors, with universal coverage of social services as the core principle. Creation of a Social Eurogroup of ministers (euro-area EPSCO).
  • Fiscal Pillar: Tax coordination and convergence; stepped-up fight against tax avoidance; a Eurozone fiscal capacity enabling to counteract divergences in countries' investment capacity and helping to cope with asymmetric shocks.
  • Political Pillar: Clear democratic accountability of decisions taken at Eurozone level to be ensured through stronger involvement of the EP, cooperating with national parliaments. The “Troika” should be replaced by macroeconomic support programmes negotiated by the Commission and Council, under direct oversight of the EP. 

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Εμμονή ή κερδοσκοπία;

Του Κώστα Αργυρού

Μια βροχή από δημοσιεύματα, δηλώσεις και ...διαρροές επιβεβαιώνουν και αυτό το Σαββατοκύριακο, εκείνο που έχουμε γράψει αρκετές φορές στο παρελθόν. Η γερμανική εμμονή στην ορθότητα της πολιτικής του «ενάρετου βίου» όχι μόνο δεν έλυσε τα προβλήματα της ευρωζώνης, αλλά αντίθετα τη βύθισε στην κρίση και επιδείνωσε την κατάσταση χωρών όπως η Ελλάδα. Κερδισμένη από αυτή την ιστορία βγήκε μόνο η γερμανική οικονομία, αλλά σε προοπτική «επόμενων εκλογών» και όχι σε προοπτική «ιστορικών διαστάσεων», αφού κάποιοι επιμένουν ότι κάποια στιγμή η κρίση θα δείξει το αποτρόπαιο πρόσωπο της και σε αυτούς, που τα τελευταία χρόνια καρπώνονται πρωτίστως τα αποτελέσματά της.
Η προειδοποίηση του «σοφού» της γερμανικής οικονομίας Πέτερ Μπόφινγκερ ότι «θα καταλήξουμε η Ελβετία της Ευρωζώνης, πλημμυρισμένοι από ακριβό χρήμα, που δεν θα ξέρουμε τι να το κάνουμε», η καταγγελία του Αυστριακού καγκελάριου Βέρνερ Φάυμαν ότι «επιδείξαμε ιδιαίτερη ταχύτητα στο να σώσουμε τις τράπεζες, αλλά όταν είναι να αντιμετωπίσουμε την ανεργία κάνουμε σα να είχαμε άπλετο χρόνο», η ομολογία του επικεφαλής του Ινστιτούτου Μακροοικονομίας και Οικονομικών Μελετών ΙΜΚ, Γκούσταβ Χορν ότι «απέτυχε η γερμανική πολιτική στην Ελλάδα, αφού δεν μπορείς να κάνεις παράλληλα και τα δυο, να ακολουθείς δηλαδή μια πολύ αυστηρή πολιτική περικοπών και να εξυπηρετείς την ίδια ώρα το υψηλό χρέος» αλλά και η αποκάλυψη το SPIEGEL ότι η κυρία Μέρκελ προσπάθησε να εμποδίσει μια πιο ευέλικτη ερμηνεία του συμφώνου σταθερότητας από τον Ζαν Κλοντ Γιούνκερ χαρακτηρίζοντας «δικό της», δηλαδή κινούμενο με βάση το εθνικό συμφέρον τον γερμανό επίτροπο κ. Εττινγκερ είναι μερικές μόνο από τις πτυχές ενός ιστορικού δράματος, του οποίου το τέλος ακόμα δεν έχει γραφτεί.
Ο παραπάνω κατάλογος θα μπορούσε να τραβήξει τόσο πολύ σε μάκρος, που κανείς δεν θα είχε το χρόνο και την αντοχή να τον διαβάσει ως το τέλος. Αυτό που αποδεικνύει είναι απλό. Δεν είναι απλά «προτεσταντική ηθική» ή «φοβική προκατάληψη», που εμπόδισε το Βερολίνο να δει πιο αλληλέγγυα, πιο μακροπρόθεσμα και πιο ευρωπαϊκά την επίλυση της κρίσης. Αυτό που συχνά αναφέρεται σαν «μονολιθικότητα» βασίζεται σε ψυχρό υπολογισμό κερδών και ζημιών. Η ηθικολογία είναι απλά το κερασάκι, που έρχεται να δικαιολογήσει μια πολιτική, που η συντριπτική πλειοψηφία των ψύχραιμων αναλυτών έχει ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι καταστροφική για την υπόλοιπη Ευρώπη.
Η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος από πλήθος πολιτικών της Ευρώπης έχει φέρει σήμερα τη Γερμανία σε απομόνωση, αλλά η ισχύς της και η εκδικητικότητα, που επέδειξε στο παρελθόν στον οποιοδήποτε επιχείρησε να της «αυθαδιάσει», κάνει όλους να προσέχουν τα λόγια τους, για να μην προκαλέσουν τον γίγαντα της Ευρώπης. Αλλά όσο παραλυτικός και αν είναι ο φόβος, κάποιοι δε γίνεται να παραβλέψουν, ότι ήρθε η ώρα να αναρωτηθούν αν είναι σκόπιμο να αφήνουν τον «μηχανοδηγό της Ευρώπης» να τους οδηγεί κατευθείαν στον εκτροχιασμό και αυτοί να συνεχίζουν να παρακολουθούν αμέριμνοι. Μήπως ήρθε η ώρα να σηκωθούν και να ρωτήσουν τουλάχιστον «πού πάμε;».

Η αλλαζονική άποψη, που εκφράζουν κυρίως κάποιοι δευτεροκλασσάτοι Γερμανοί Χριστιανοδημοκράτες, ότι η απομάκρυνση της Ελλάδας από την ευρωζώνη δεν τους φοβίζει, δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση πλειοψηφική τάση στην Ευρώπη. Οι παρεμβάσεις των Αυστριακού και Βέλγου πρωθυπουργού δεν είναι τυχαίες. Ακόμα και αν η Ελλάδα διωχνόταν «ταπεινωμένη», όπως εύχονται δυστυχώς και κάποιοι μικρόμυαλοι εντός των συνόρων μας και η ευρωζώνη ξεπερνούσε την «έξοδό της» χωρίς άμεσους σοβαρούς κραδασμούς, το μέλλον κάθε άλλο παρά ευοίωνο θα ήταν για τους υπόλοιπους Ευρωπαίους πολίτες. Αυτό κανείς σώφρων άνθρωπος δεν το εύχεται όσο και αν οι αδηφάγοι κοντόφθαλμοι κερδοσκόποι σε Αθήνα, Βερολίνο και Βρυξέλλες προσπαθούν να φτάσουν την κατάσταση στα άκρα.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

O Yanis κάνει πράξη...

...τη «Θεωρία των Παιγνίων»

Ο κ. Βαρουφάκης έφερε χρώμα και απροσδόκητη δράση στις άλλοτε ανιαρές για τα ΜΜΕ συναντήσεις των υπουργών Οικονομικών – Οι ομόλογοί του ανέχονται τις εξεζητημένες εμφανίσεις του, αλλά το ζητούμενο είναι αν θα τους πείσουν οι εξίσου «μη συμβατικές» προτάσεις του.

Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, Από την «Επένδυση»

Αν ο στόχος του Γιάννη Βαρουφάκη ήταν να τραβήξει τα μάτια της παγκόσμιας κοινής γνώμης πάνω στο ελληνικό πρόβλημα, τότε η προηγούμενη εβδομάδα κρίνεται απολύτως επιτυχημένη. Οι εμφανίσεις του, το ύφος του, οι στιλιστικές του επιλογές σχολιάστηκαν όσο κανενός άλλου υπουργού στο παρελθόν και δεν εννοούμε τους Ελληνες μόνο. Ειδικά στη Βρετανία, όπου ο Τύπος έχει μια μεγαλύτερη γλωσσική ελευθερία, τα σχόλια για το νέο Ελληνα υπουργό Οικονομικών ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Η λογική λέει ότι ο στόχος του Yanis ήταν ακριβώς αυτός και δεν θα πρέπει να τον εξέπληξαν χαρακτηρισμοί, όπως «πορτιέρης νυχτερινού κλαμπ, που στέκεται με ανοικτά τα πόδια», «υποψήφιος της Γιουροβίζιον», «ντυμένος με παλτό εμπόρου ναρκωτικών από τη δεκαετία του 90». Το ερώτημα όμως παραμένει: Αρκούν όλα αυτά για να ευαισθητοποιήσουν τους δανειστές μας;
Υπήρξαν φυσικά και θετικά σχόλια, από εκείνους που βλέπουν έτσι κι αλλιώς με δόσεις συμπάθειας την προσπάθεια της Ελλάδας να ζητήσει μια «άλλη πολιτική» για την αντιμετώπιση της κρίσης. 
Ο Σάιμον Τζένκινς στον Guardian χαρακτήρισε «αναζωογονητικό» το γεγονός ότι ένας υπουργός Οικονομικών μοιάζει με «φυσιολογικό άνθρωπο». «Είναι κι αυτό μια αρχή», κατά τον σχολιαστή, που θεωρεί ως μεγάλο πρόβλημα της ευρωζώνης (ζώνης του μάρκου στην ουσία, όπως λέει) ότι σε αυτή κάνουν κουμάντο άνθρωποι, που ντύνονται όπως ο κύριος Τζορτζ Οσμπορν, ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών. Οι οποίοι μάλλον όχι μόνο ντύνονται, αλλά και σκέφτονται και συμπεριφέρονται ως τραπεζίτες. Η εναλλακτική συμπεριφορά του κ.Βαρουφάκη εκλαμβάνεται λοιπόν, από όσους μπορούν να κινηθούν στο ίδιο μήκος κύματος των συχνοτήτων του δικού του εγκεφάλου ως μια ανοικτή πρόσκληση να σκεφτούμε εξίσου εναλλακτικά τα προβλήματα της οικονομίας. Σαν ιδέα δεν είναι κακή, το ερώτημα είναι όμως αν μπορεί να συγκινήσει ανθρώπους, που μπορεί να σκέφτονται πολύ πιο συντηρητικά, όπως ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Εδώ υπάρχουν αμφιβολίες. Και όχι μόνο. Πολύ περισσότερο υπάρχει ο φόβος πως αυτή την πρόσκληση μπορεί κάποιοι να την δουν ως μια πρόκληση σε μονομαχία. Ενας αρθρογράφος της Τelegraph σχολίαζε ότι τα happenings, με τα οποία συνοδεύει τις παρουσίες του ο δύο εβδομάδων υπουργός έχουν αρχίσει να καταντούν κουραστικά. Και αναρωτιόταν αν έχει να προτείνει κάτι ουσιαστικό.
Το πρόβλημα του κυρίου Βαρουφάκη θα είναι πιθανώς ακριβώς αυτό. Είναι μάλλον αδύνατο να συγκινήσει τους υπουργούς, που κάθε Κυριακή βράδυ ταξινομούν στη σειρά μέσα στη ντουλάπα τους «πουκάμισο, σακκάκι, γραβάτα» για κάθε μέρα της ερχόμενης εβδ0μάδας, έχοντας διαβάσει και την πρόβλεψη του καιρού. Να τους πείσει να δουν με ένα εντελώς διαφορετικό μάτι ένα ζήτημα, που επί μια πενταετία φαντάζει άλυτο, αλλά αυτοί επιμένουν να θέλουν να αντιμετωπίζουν με τον ίδιο πατροπαράδοτο τρόπο.
Όπως είναι μάλλον απίθανο να πείσεις τύπους με λογική λογιστή «τρεις το λάδι – τρεις το ξύδι» ότι τελικά η αγαπημένη του Γιάνη Βαρουφάκη «Θεωρία των Παιγνίων» μπορεί να οδηγήσει στην «ενοποίηση των κοινωνικών επιστημών» και να βγάλει και την ευρωζώνη από τα διαφαινόμενα σημερινά της αδιέξοδα. Υπήρξαν κάποιοι Βρετανοί δημοσιογράφοι που στάθηκαν σε αυτό το «κεντρικό» βιβλίο της συγγραφικής δουλειάς του υπουργού μας, αυτό που ο ίδιος περιγράφει ως «Πρωτότυπο. Όμορφο. Ανθρωπιστικό. Μήπως όμως και αυθάδες;»
Κι όμως αυτή η «Θεωρία» που «εντάσσει τον εαυτό της στα φαινόμενα που καλείται η ίδια να εξηγήσει» φαίνεται τελικά να οδηγεί τα βήματά του. Αυθάδικα και παιχνιδιάρικα. Απαντά με ανάλογη δηκτικότητα σε πικρόχολα σχόλια δημοσιογράφων, έχει πάντα κάτι καινούριο να βγάλει από την τσέπη του παντελονιού του, εκεί που προφανώς κρατά τις πρωτάκουστες εναλλακτικές προτάσεις (προφανώς σε στικάκι) με τις οποίες αιφνιδιάζει αναλυτές και τεχνοκράτες. Δεν είναι αυταρέσκεια, όπως τον κατηγορούν κάποιοι. Δεν είναι απλά ο «άνθρωπος της ημέρας», όπως με κάποια δόση ζήλειας μάταια φωνάζει στα κανάλια ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Ο Φαήλος δεν έχει εκνευριστεί μόνο γιατί ο ίδιος δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί «με το χέρι στην τσέπη και με μπλε ελεκτρίκ πουκάμισο», αλλά γιατί βλέπει έναν υπουργό που μοιάζει να αντιμετωπίζει ως ένα διασκεδαστικό παιχνίδι το σοβαρότερο μεταδικτατορικό πρόβλημα της χώρας και κανείς δεν έχει την διάθεση να τον κατηγορήσει ότι «παίζει την τύχη της χώρας στα ζάρια». 
 Ο Βαρουφάκης προσπαθεί λες να γίνει ο ίδιος η προσωποποίηση του ελληνικού προβλήματος, για να μπορέσει να βοηθήσει στη λύση του. Το μίγμα ανεμελιάς και υπευθυνότητας που περιέχουν τα λόγια του, υπόγεια στέλνει το μήνυμα ότι εδώ κρίνεται και η δική του απόφαση να περάσει στην πολιτική. Ενας άνθρωπος που έχει πολλά να χάσει, αλλά το αντιμετωπίζει σαν να μη σκέφτεται καν το ενδεχόμενο της ήττας. Κάποιος είπε ότι το μόνο «λάθος» του ήταν ότι βρέθηκε στη Ρώμη την ίδια μέρα με τον Αλέξη Τσίπρα και έτσι οι κάμερες στράφηκαν προς τον πρωθυπουργό και του χάλασαν το σερί των εμφανίσεων επί σκηνής, που τόσο απλόχερα προς τα media είχε προγραμματίσει.
Η απάντησή του ήταν άμεση και έδειχνε προς τα εκεί όπου όλοι από την πρώτη στιγμή έβλεπαν ότι θα είναι η φυσική κατάληξη μιας περιοδείας σε ρυθμούς αγώνων ταχύτητας. Στην κορύφωση του δράματος, μέσα στο «στόμα του λύκου». Αδικα έπεσαν από τα σύννεφα οι γερμανικές εφημερίδες, που απορούσαν με το θάρρος του «πρώτου Ελληνα υπουργού της νέας κυβέρνησης που τολμά να έρθει στο Βερολίνο». Αν όχι ο Superman Βαρουφάκης, όπως τον αποκάλεσε και η BILD ποιος άλλος; 

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Πού είναι το «Λάθος»;

 Του Κώστα Αργυρού

Η βραδιά εκείνη, στα τέλη του 1989 που κάποιοι Ανατολικογερμανοί μού άνοιξαν κουβέντα για «Το Λάθος» του Αντώνη Σαμαράκη και το πόσο η ιστορία τους θύμιζε τη δική τους ζωή, μοιάζει σήμερα πολύ μακρινή. Το μυθιστόρημα του Ελληνα συγγραφέα ήταν στη Γερμανία ένα από τα πιο δημοφιλή βιβλία της  ελληνικής λογοτεχνίας. Ψάχνοντας για την ακριβή ημερομηνία της έκδοσής του στα γερμανικά, έπεσα στο τεύχος του SPIEGEL το φθινόπωρο του 1969, που αναφερόταν σε αυτή. Στο εξώφυλλο του τότε, το κυρίαρχο ερώτημα ήταν «Διαλύεται η ΕΟΚ;». Προφανώς η καταστροφολογία είχε από τότε καλές σχέσεις με το περιοδικό του Αμβούργου.
Αλλά γιατί μου ήρθε στο μυαλό το «Λάθος»; Στο βιβλίο του Σαμαράκη «λάθος» είναι ότι ένα καλά δουλεμένο, μαθηματικής ακρίβειας σχέδιο δεν έχει υπολογίσει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Στις μέρες μας το «λάθος», που κάνει το Βερολίνο είναι να επιμένει σε ένα σχέδιο, που από την αρχή είδε μόνο αριθμούς και αγνόησε παντελώς την «ιδιότροπη» ανθρώπινη φύση. Και δεν κατάφερε τελικά ούτε τους αριθμούς να ικανοποιήσει, ούτε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια να σεβαστεί.
Αν αφήσει κανείς στην άκρη τις ακρότητες κάποιων φανατικών, που αγγίζουν τα όρια του ρατσισμού απέναντι στις χώρες του Νότου και διαβάσει τις ψύχραιμες αναλύσεις θα διαπιστώσει ότι στην ουσία κανείς δεν διαφωνεί για το πόσο αποτυχημένη και συχνά απάνθρωπη ήταν η μέχρι τώρα εφαρμοσθείσα συνταγή. Αλλά σε πολιτικό επίπεδο εντός και εκτός Γερμανίας κανείς δεν τολμά να το φωνάξει «επειδή όλοι φοβούνται τη Μέρκελ».
Η βελτίωση των οικονομικών δεικτών, τα πλεονάσματα, οι ρυθμοί μείωσης των χρεών από ένα σημείο και μετά έπαψαν να αποτελούν εργαλεία για να βελτιώσουν τη ζωή των πολιτών και μετατράπηκαν σε αυτοσκοπό, που θεοποιήθηκε για να αποδείξει την υπεροχή της γερμανικής «αυθεντίας».  Το δόγμα απλό για να το καταλαβαίνουν και οι πιο Ανταμοιβή μόνο για τους πιστούς στον ενάρετο βίο, τιμωρία για τους απείθαρχους.
Η γερμανική πολιτική ελίτ έμοιαζε όλα αυτά τα χρόνια κτίζει ένα υπέροχο, άνετο και ασφαλές κάστρο, με υλικά τις εμμονές και τις προκαταλήψεις. Μόνο που τώρα διαπιστώνει ότι ξέχασε τις… πόρτες και χτίζοντας από τα μέσα έχει εγκλωβιστεί πλέον η ίδια εντός του. Θα τολμήσει να γκρεμίσει κάποιους τοίχους για να απελευθερωθεί από το ασυνήθιστο αυτό καθεστώς αυτό-αιχμαλωσίας; Ή θα προτιμήσει να ξαπλώσει στον καναπέ και να ακούει το χαλασμό που συμβαίνει έξω;
Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μίλησε σε κάποιο σημείο για την ανάγκη να είναι κανείς ευέλικτος και νεωτεριστής. Αναφέρθηκε στα διδάγματα της ιστορίας από τον περασμένο αιώνα. Διαβεβαίωσε ότι δεν θέλει μια «γερμανική Ευρώπη». Αν όλα αυτά δεν είναι απλά άλλοθι, που θέλουν να συσκοτίσουν τις πραγματικές του σκέψεις  αλλά ειλικρινείς πεποιθήσεις, τότε αφήνουν πράγματι ένα παράθυρο ελπίδας.
Η γραφειοκρατία δεν μπορεί να είναι πάνω από τη δημοκρατία, η τυπολατρία πάνω από την ουσία, οι αριθμοί πάνω από τους ανθρώπους. Ο ορίζοντας της ιστορίας δεν φτάνει μόνο ως τις επόμενες εκλογές, ούτε η συγγραφή της ανατίθεται στις «κορυφές» κάποιων ιστοσελίδων.  Ας ρωτήσουν και το Χέλμουτ Κολ, που εκείνο το φθινόπωρο του ’89 ανακοίνωσε το σχέδιο του, για κάτι που η συντριπτική πλειοψηφία των άλλων ευρωπαϊκών λαών φοβόταν και ακόμα και οι δυτικογερμανοί συμπατριώτες του δεν το ήθελαν: την ταχεία επανένωση των δύο Γερμανιών.

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Η σοσιαλδημοκρατία ανακαλύπτει το ΣΥΡΙΖΑ

Η κεντροαριστερά στην Ευρώπη προσπαθεί αφενός να κατέβει από το τρένο της Χριστιανοδημοκρατίας και αφετέρου να αποτρέψει μια σύγκρουση με το τρενάκι της ελληνικής οικονομίας, που αγωνίζεται να πάρει μπροστά

Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, από την «Επένδυση»

Δεν είναι μόνο θέμα καταγωγής. Ο Ζαν Κριστόφ Καμπαντελίς έχει βεβαίως ελληνικές ρίζες, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που ο πρόεδρος του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος μίλησε με ιδιαίτερα θερμά λόγια για τη νίκη της Αριστεράς στην Ελλάδα, υπερβάινοντας κατά πολύ τον τυπικό χαιρετισμό, από αυτούς που κατά δεκάδες έφτασαν τις τελευταίες ημέρες στην Κουμουνδούρου. Μιλώντας στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Le Parisien ο Γάλλος πολιτικός έφτασε να «απαρνηθεί» τους αδελφικούς δεσμούς του κόμματός του με το ΠαΣοΚ: «Το ΠαΣοΚ ηττήθηκε το 2011 όταν Μέρκελ και Σαρκοζί απέτρεψαν το Γιώργο Παπανδρέου από τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το ευρώ. Ο ελληνικός λαός πληγώθηκε βλέποντας την ζωή του να καθορίζεται από τη Γαλλία και τη Γερμανία. Αμέσως μετά το ΠαΣοΚ πλήρωσε το τίμημα. Την ίδια στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ μετακινήθηκε προς το κέντρο, αποδέχτηκε το ευρώ και αποστασιοποιήθηκε από ακραίες πολιτικές. Ηταν ένα λογικό βήμα για το κόμμα του κυρίου Τσίπρα να πάρει τη θέση του ΠαΣοΚ, με μια εκστρατεία που στηρίχτηκε σε ζητήματα όπως εκείνα του ΠαΣοΚ το 1974».
Βλέπει ο Γάλλος παρατηρητής, κάτι που δεν έχουμε ακόμα καταλάβει εδώ στην Ελλάδα; Το σίγουρο είναι ότι η σοσιαλδημοκρατία και κυρίως η γαλλική μοιάζει να ανακαλύπτει στο ΣΥΡΙΖΑ έναν απροσδόκητο σύμμαχο στην προσπάθεια της να διαφοροποιηθεί από πολιτικές, που χαρακτηρίζονται νεοφιλελεύθερες και την απειλούν με συρρίκνωση. 
Είναι μια άποψη, που συνεχώς κερδίζει έδαφος στην πατρίδα της Μαρίν ΛεΠέν. Για να μπορέσει η σοσιαλδημοκρατία να αποτρέψει τη μαζική φυγή ψηφοφόρων της προς την άκρα δεξιά θα πρέπει να αναζητήσει ξανά τη ριζοσπαστικοποίηση της, με θέσεις που θα έρχονται σε ρήξη με το γερμανικό δόγμα στην Ευρώπη. Ακόμα και στην δήλωση του υπουργού Οικονομικών Μισέλ Σαπέν αξίζει να απομονώσει κανείς το σημείο, όπου αναφέρει πως «η κατάσταση επιβάλει οι μεταρρυθμίσεις, που προεκλογικά υποσχέθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνουν πραγματικότητα». Και φυσικά όλοι γνωρίζουν ότι ο όρος «μεταρρυθμίσεις», όταν χρησιμοποιείται από ένα αριστερό κόμμα αποκτά ένα εντελώς διαφορετικό νόημα. Ισως να φταίει το συνολικότερο κλίμα, που υπάρχει αυτή τη στιγμή στους κύκλους της γαλλικής «διανόησης». Οι όροι της συζήτησης για την κρίση έχουν αλλάξει ριζικά, από τότε που «Το Κεφάλαιο» του Τομά Πικετί έγινε παγκόσμιο μπεστ σέλλερ. Ο συγγραφέας με ενθουσιασμό σχολίασε το εκλογικό αποτέλεσμα στην Ελλάδα: «Από το 2012 σκεφτόμουν ότι θα έπρεπε να ζήσουμε ένα παρόμοιο σοκ. Η συνταγή λιτότητας που επιβλήθηκε στην Ευρώπη αποτελεί μια καταστροφή».
«Εχουμε πάρα πολλά κοινά με το ΣΥΡΙΖΑ» εκτίμησε ο Μπρούνο Λε Ρου, γραμματέας της κοινοβουλευτικής ομάδας των Γάλλων σοσιαλιστών ενώ ο Φιλίπ Κορντερύ γενικός γραμματέας του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος χαρακτήριζε το εκλογικό αποτέλεσμα στην Ελλάδα «καλά νέα για τον ελληνικό λαό» και πρόσθετε ότι «στο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα βρήκαμε ένα νέο σύμμαχο», στις προσπάθειες που κάνει και η κυβέρνηση Ολάντ να δώσει ένα νέο προσανατολισμό στην Ευρώπη.
Αλλά δεν είναι μόνο η Γαλλία, που βλέπει στον «ρεαλισμό» του ΣΥΡΙΖΑ μια μεγάλη και ιστορική ευκαιρία. Οι συνεχείς επαφές του Μάρτιν Σουλτς με το νέο Ελληνα πρωθυπουργό θα ήταν αδιανόητες πριν από δύο χρόνια, όπως και η «εθελοντική προσφορά» του να παίξει ένα ρόλο διαμεσολαβητή μεταξύ των κυβερνήσεων Αθήνας και Βερολίνου. Ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου γνωρίζει ότι οι δηλώσεις του καταγράφονται πρωτίστως από τους συμπατριώτες του και έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι θα χρειαστεί να ξεκινήσει το δύσκολο έργο της αποκαθήλωσης του μύθου που ήθελε τον Αλέξη Τσίπρα ως ένα «μπαμπούλα», αν θέλει κανείς να ελπίζει για ένα βιώσιμο για όλους συμβιβασμό στην Ευρώπη.
Ομως δεν είναι μόνο αυτό. Δεν είναι τυχαίο που ο Αυστριακός καγκελάριος Βέρνερ Φάυμαν ανακάλυψε ξαφνικά πολλά κοινά σημεία στην πολιτική του με εκείνη της μόλις ορκισθείσας ελληνικής κυβέρνησης, όπως η ανάγκη να καταπολεμηθούν η ανεργία και η φτωχοποίηση και να εγκαταλειφθεί η «θεοποίηση» των ιδιωτικοποιήσεων, αν δεν γίνονται προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Το να δείχνει η σοσιαλδημοκρατία στην Αυστρία, μιας χώρας «δεμένης» επί δεκαετίες στο γερμανικό οικονομικό άρμα σημάδια ανυπακοής, είναι σαν να αντιμιλά στη δασκάλα ο αγαπημένος της «σπασίκλας» μαθητής.
Ταραγμένα είναι και τα νερά στο μάλλον λιμνάζον Δημοκρατικό Κόμμα της Ιταλίας. Η δημόσια στήριξη προς το ΣΥΡΙΖΑ από αρκετούς βουλευτές και ευρωβουλευτές του αποτελεί και ένα μήνυμα προς το Ματέο Ρέντσι, ο οποίος το τελευταίο διάστημα έμοιαζε να ποντάρει περισσότερο στη στήριξη της Κεντροδεξιάς (βλέπε σχετικό θέμα σελ. 31). Είναι πολλοί αυτοί που προβλέπουν σαρωτικές ανακατατάξεις εντός της ιταλικής κεντροαριστεράς αν το εγχείρημα της Ελλάδας αποδειχτεί επιτυχημένο.
Δεν είναι όμως μόνο η κατανόηση από ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας του γεγονότος ότι η ριζοσπαστικοποίησή της, η αποστασιοποίηση της από τη Χριστιανοδημοκρατία μπορεί να αποδειχτεί σωτήρια για το μέλλον της.
Αυτό που πλέον ανησυχεί πολλούς είναι οι συνέπειες αν το Βερολίνο επιμείνει σε μια πολιτική επίδειξης πυγμής απέναντι στην Ελλάδα. Οπως πολύ γλαφυρά το διατύπωσε και η πρώην Ευρωπαία Επίτροπος κα Αννα Διαμαντοπούλου αν ο «υπερόπτης κ. Σόιμπλε» επιμείνει σε αυτή τη λογική, τότε «όχι μόνο δεν προλαμβάνει, αλλά αυξάνει τον κίνδυνο ενός μοιραίου πολιτικού ευρω-ατυχήματος που πλανάται πλέον, πάνω από την Ευρώπη».

Για να μείνουμε στο πνεύμα της εποχής: Μπορεί το γερμανικό τρένο να είναι πολύ πιο σύγχρονο, ταχύ, μακρύ και ισχυρό από το... τρενάκι της ασθμαίνουσας ελληνικής οικονομίας. Αλλά μια μετωπική σύγκρουση δεν είναι και ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για να συνεχίσει απρόσκοπτα την πορεία του. Τουλάχιστον η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη δείχνει να το συνειδητοποιεί αυτό. Και προς αποφυγή παρανοήσεων. Μια τέτοια σύγκρουση εξυπακούεται, ότι δε μπορεί να αποτελεί σχέδιο ούτε για τον μηχανοδηγό της ...ασθενέστερης αμαξοστοιχίας.

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Η βιασύνη και η ταχύτητα

Του Κώστα Αργυρού, news247

Η ταχύτητα με την οποία έδειξε να κινείται ο νέος Ελληνας πρωθυπουργός εκτιμήθηκε θετικά τόσο από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης όσο και από τους ξένους παρατηρητές, αφού επιβεβαίωσε όχι μόνο ότι έχει επίγνωση της πίεσης του χρόνου αλλά και ότι ήταν έτοιμος από καιρό να αναλάβει ένα έργο, που μόνο απλό δεν θα είναι. Αυτό που μας έχει διδάξει η πολιτική ιστορία είναι όμως ότι πολλές φορές η ταχύτητα μπορεί να οδηγήσει σε βιασύνη. Και αυτή την εικόνα έδωσαν στις αρχές της εβδομάδας οι κινήσεις κάποιων υπουργών, που έδειξαν να προσπαθούν να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες μιας κοινωνίας διψασμένης για καλές ειδήσεις από την πρώτη κιόλας εβδομάδα.
Ο κίνδυνος που εγκυμονεί μια τέτοια προσέγγιση είναι ότι συχνά μεταμορφώνει την αποφασιστικότητα σε τσαπατσουλιά και μπορεί να σε κάνει στο τέλος να μετανιώσεις για πράγματα που βιάστηκες να πεις. Η βιασύνη αυτή έδωσε και την καλύτερη αφορμή σε εκείνους, που βιάζονται να αποδείξουν ότι η κυβέρνηση θα αποτύχει και ξεκίνησαν ήδη την «εποικοδομητική» τους αντιπολίτευση με «ανεκδοτάκια» και μαύρες προφητείες.
Ναι η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει. Ναι στην Ευρώπη κάτι μπορεί να αλλάξει, όπως φάνηκε και από τις πρώτες αντιδράσεις στο εξωτερικό. Αλλά κανένας πολίτης δεν είναι τόσο αφελής, για να περιμένει ότι όλα αυτά θα έχουν γίνει πριν ακόμα διαβαστούν οι προγραμματικές δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα.
Το να ανατραπεί η πολιτική που τσιμεντώθηκε μέσα από μνημόνια και συμβάσεις μιας πενταετίας, το να μεταπειστεί μια ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, που είναι σε μεγάλο βαθμό από επιφυλακτική μέχρι εχθρική, απέναντι σε μια πιο «αληλλέγγυα» λύση για το ελληνικό πρόβλημα, δεν θα είναι αγώνας ταχύτητας αλλά αντοχής. Μαραθώνιος μετά πολλών εμποδίων.
Ας βιάζονται λοιπόν οι προφήτες των κακών και οι συντάκτες του καζαμία της καταστροφής. Οι κυβερνήσεις δεν κρίνονται από το πόσο γρήγορα θα εξαγγείλουν αλλά από το πόσο αποτελεσματικά θα υλοποιήσουν.
Και όταν λέμε κρίνονται δεν εννοούμε μόνο στα μάτια εκείνων που τις ψήφισαν αλλά και εκείνων με τους οποίους έχουν πλέον να διαπραγματευτούν. Η προσπάθεια της γερμανικής πλευράς να προκαταλάβει το πλαίσιο συζήτησης μέσα από δηλώσεις ή διαρροές στα μέσα ενημέρωσης δεν είναι απαραίτητα σημάδι ότι αισθάνεται και τόσο άνετα.

Η Ελλάδα δεν έχει λοιπόν κανένα λόγο να εμπλακεί σε πινγκ-πονγκ δηλώσεων και «προκλήσεων» μέσω του Τύπου, ειδικά όταν αυτός έχει δείξει ότι συχνά έχει την τάση να μεγαλοποιεί τις αντιθέσεις και να παρακάμπτει τις πιθανές δυνατότητες σύγκλισης. Η αναζήτηση συμμάχων στην Ευρώπη, η παρουσίαση ενός πειστικού για τους εταίρους εναλλακτικού προγράμματος,δεν θα γίνει με ανακοινώσεις και δελτία τύπου, με καταγγελίες και ρητορείες σε τηλεοπτικές κάμερες. Η προεκλογική περίοδος έχει τελειώσει και η πρώην αντιπολίτευση έχει σήμερα άλλα κανάλια πιο θεσμικά και πολύ πιο ουσιαστικά για να προωθήσει τις θέσεις της. Και σε τελική ανάλυση. Όταν έχεις λίγο χρόνο δεν έχεις λόγο να τον σπαταλάς …απλόχερα.