Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

“Ο κυβερνήτης κύριος Φόβος σας καλωσορίζει”

Δημοσιεύτηκε στη Μεταρρύθμιση

Στο ιστορικό ερώτημα “ποιός κυβερνά αυτό τον τόπο” η απάντηση, που θα δώσει ο ιστορικός του μέλλοντος είναι απλή: ο φόβος. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της μεταπολίτευσης η ελληνική κοινωνία δεν ήταν τόσο απογοητευμένη από την πραγματικότητα και παράλληλα τόσο απρόθυμη να πάρει ρίσκα, φοβούμενη ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να της επιφέρει περισσότερα δεινά. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς διάνοια για να καταγράψει αυτή την τάση. Στις περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών οι πολίτες επέλεξαν αυτό, που θεώρησαν ότι θα τους “ξεβολέψει λιγότερο”, επειδή ακριβώς φοβήθηκαν να δοκιμάσουν το διαφορετικό.
Αυτό συνέβη ακόμα και στις περιπτώσεις, που φαινομενικά είχαμε “ανατροπή” της εκάστοτε κυβέρνησης. Το 2009 ο Κ.Καραμανλής έχασε επειδή ακριβώς τόλμησε να υπονοήσει στην ελληνική κοινωνία ότι η μέχρι τότε πολιτική του “ό,τι φάμε και ό,τι πιούμε” δε μπορούσε να συνεχιστεί άλλο. Η κοινωνία επέλεξε το “λεφτά υπάρχουνε” και βγήκε να πανηγυρίσει για τελευταία φορά τον εαυτό της και την επιλογή της.
Στη συνέχεια ο Γ. Παπανδρέου απομακρύνθηκε από το πηδάλιο όταν οι (αναμφισβήτητα αφελείς και αστήρικτες) ακροβασίες του έφεραν στον ορίζοντα το φόβο απώλειας του ευρώ. Από τότε αυτός ο φόβος αποτελεί ακαταμάχητο εργαλείο για όποιον θέλει να κερδίσει πολιτικές μονομαχίες.
Εχει γραφτεί συχνά ότι η μεγάλη “εφεύρεση” του νεοφιλελευθερισμού, που τον έχει οδηγήσει σε πλήρη ιδεολογική επικράτηση ήταν ακριβώς η ικανότητά του να αξιοποιεί το φόβο κοινωνικών στρωμάτων, που είναι “τακτοποιημένα” ή ακόμα καλύτερα αισθάνονται απλώς έτσι, απέναντι σε οποιαδήποτε αλλαγή που μοιάζει πια με απειλή.
Η σοσιαλδημοκρατία αποτελεί την καλύτερη πιστοποίηση αυτής της συντηρητικοποίησης της κοινωνίας και όχι μόνο στην Ελλάδα. Αλλά επειδή στη χώρα μας η κρίση χτύπησε με ιδιαίτερα αμείλικτο τρόπο αυτή η μεταστροφή γίνεται ακόμα πιο εμφανής. Το ΠαΣοΚ, που σε άλλες εποχές θριάμβευε με σημαία του την “Αλλαγή” τώρα υψώνει σε κάθε ευκαιρία το λάβαρο της σταθερότητας. Και ποντάρει στα πιο γερασμένα και φοβικά κομμάτια της κοινωνίας για να διατηρεί στη ζωή το μύθο μιας αδιευκρίνιστης προοδευτικότητας. Εχει πλέον καταντήσει “αστείο” να ακούει κανείς τους συνταξιούχους να εξοργίζονται, που κάθε τόσο είτε στα φανερά είτε στα μουλωχτά (όπως αυτό το μήνα) μειώνονται τα εισοδήματά τους και μετά να είναι αυτοί, που με την ψήφο τους συντηρούν μια σκουριασμένη καρικατούρα δικομματισμού, ακόμα και τώρα που αυτή για να γλυτώσει από την μνημονιακή παγωνιά φόρεσε το “παλτό” της συγκυβέρνησης. Αλλά ο φόβος της “καθόλου σύνταξης” καλλωπίζει την πραγματικότητα της “πετσοκομμένης σύνταξης”.
Το ίδιο με διαφορετικές αποχρώσεις ισχύει φυσικά και για άλλες ηλικιακές αλλά και κοινωνικές ομάδες. Αυτοί που φοβούνται ότι θα χάσουν το σπίτι τους, τη δουλειά τους, τις καταθέσεις τους συχνά μπορεί να μην διαθέτουν τίποτα από όλα αυτά. Ζουν απλά με την ουτοπία ότι ίσως κάποτε θα τα αποκτούσαν. Αποτέλεσμα κι αυτό του ατομισμού, που έχει καταστρέψει σε μεγάλο βαθμό την ιδέα της συλλογικότητας και φτιάχνει ανθρώπους, που μπορεί να αισθάνονται “μοναδικοί” στις καλές εποχές, αλλά βρίσκονται απελπιστικά “μοναχικοί” στις εποχές των μεγάλων απειλών.
Ο κυβερνήτης κύριος Φόβος καλωσορίζει καθημερινά εκατομμύρια Ελληνες σε ένα αεροσκάφος, που υπόσχεται να τους ταξιδέψει σε ονειρεμένες εικονικές πραγματικότητες αλλά στην ουσία μένει στάσιμο στο ίδιο σημείο, κολλημένο στο έδαφος, δίχως καύσιμα και άδεια πτήσης με τα μόνιτορ να προβάλουν εθνικό-πατριωτικά ντοκυμαντέρ από το παρελθόν και τα μεγάφωνα να παίζουν μελωδικές βερμπαλιστικές μακέτες από ένα χρονικά ακαθόριστο μέλλον.
Υπάρχει αυτή τη στιγμή μια πολιτική δύναμη, που θα μπορούσε να λειτουργήσει απελευθερωτικά από το φόβο; Η απάντηση είναι μάλλον απαισιόδοξη. Ακόμα και στην αντιπολίτευση αυτό που προσπαθούν να μηχανευτούν είναι πώς θα ανακαλύψουν ένα ακόμα πιο τρομακτικό σενάριο, που θα προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερο φόβο στους φοβισμένους. Οι προβλέψεις για τα ακόμα χειρότερα που έπονται ανικαθιστούν συνήθως τις προτάσεις για το τι θα πρέπει (ριζικά) να αλλάξει.
Ακόμα και στην “Κεντροαριστερά της ευθύνης” είτε αυτή κυβερνάει, είτε ονειρεύεται να το (ξανά)κάνει η προσπάθεια άγρας ψήφων περιορίζεται στην επίκληση των κινδύνων από μια ανεξέλεγκτη αλλαγή. Και κίνητρο παραμένει ο δικός της φόβος μήπως τελικά εξαϋλωθεί ανάμεσα στις συμπληγάδες του φοβισμού του σύγχρονου δικομματισμού. Οι μισοί φοβούνται μήπως τους κατασπαράξει η Αριστερά και οι άλλοι μισοί μήπως τους καταπιεί η Δεξιά. Προκρίνεται λοιπόν μια κοινότοπη διαπιστωσιολογία και μια άνευρη φρασεολογία των μικρών βημάτων, που δεν θα τρομάξουν ένα ταλαιπωρημένο μεν ακροατήριο, το οποίο έχει όμως εκπαιδευτεί να “χαλαρώνει”, όταν αισθάνεται ότι το “μπάζουν” για λίγο στον μαγικό κόσμο του lifestyle. Είναι πάντως ένα ζήτημα, όταν έχεις μάθει να καλλιεργείς συνεχώς φοβίες. Κάπου τελικά καταντάς και εσύ ο ίδιος υπόδουλός τους. Γιατί ως γνωστόν από αυτόν, που δε μπορείς να ξεφύγεις με τίποτα, είναι ο εαυτός σου.

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Το μαγικό κουτάκι του Γιούνκερ

Oσο και αν θέλει κανείς να απομακρύνει από το μυαλό του την υποψία, αυτή δεν λέει να αποχωρήσει: Η φράση “Δεν θα απογοητευτείτε”, που ξεστόμισε προς τους διψασμένους για καλά νέα ιθαγενείς δημοσιογράφους ο νέος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, όταν ρωτήθηκε για το χαρτοφυλάκιο που περιμένει στις Βρυξέλλες τον Δημήτρη Αβραμόπουλο, βρίσκεται μάλλον πάνω-πάνω στο κουτάκι με τις χρήσιμες ατάκες, που χρησιμοποιεί ο Λουξεμβούργιος πολιτικός αυτό το καλοκαίρι. Το να συνομιλείς με 27 πρωτεύουσες και να προσπαθείς να τους ικανοποιήσεις όλους, όταν μάλιστα τους... ενοχλείς και εν μέσω διακοπών, δεν είναι και η πιο εύκολη υπόθεση.
Εδώ και δύο μήνες περίπου η Ευρώπη συνεχίζει να ασχολείται με τον... εαυτό της. Για κάποιους αυτή είναι η καλύτερη μέθοδος αυτοκαταστροφής, σε μια περίοδο που σε μια σειρά από σημεία του πλανήτη, όχι και τόσο μακρινά μας, εστίες φωτιάς συνεχίζουν να καίνε, άλλες αναζωπυρώνονται και -το χειρότερο- νέες απειλούν να κάνουν ακόμα πιο καυτή την ατμόσφαιρα.
Ως ένα βαθμό είναι δικαιολογημένο. Ολοι συμφωνούν ότι η πορεία που θα χαράξει η ΕΕ για την επόμενη πενταετία μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για το μέλλον της σε βάθος χρόνου. Είναι λογικό λοιπόν όλοι και κυρίως οι πιο ισχυροί της Ευρώπης να θέλουν να επιβάλουν όσο γίνεται περισότερο τις δικές τους ιδέες και να μην αφήσουν τίποτα στην τύχη. Ομως αυτή η εσωστρέφεια, που λογικά θα συντηρηθεί μέχρι και τα μέσα του φθινοπώρου, απειλεί τελικά να αποδειχτεί μοιραία. Γιατί μπορεί ξαφνικά η Ευρώπη, όταν θα έχει λύσει το ζήτημα του μοιράσματος των καρεκλών στις Βρυξέλλες, να ανοίξει τα μάτια, να σηκώσει το βλέμμα και να βρεθεί μπροστά σε ένα πλανήτη που θα έχει αλλάξει πολύ, χωρίς ή ίδια να το έχει πάρει χαμπάρι.
Ωστόσο κανείς δεν δείχνει διατεθιμένος τώρα να βγάλει τα εθνικά γυαλιά και να σκεφτεί μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ο καβγάς Γερμανίας- Γαλλίας για τα χαρτοφυλάκια, που θα έχουν άμεση σχέση με την οικονομική πολιτική της Ενωσης είναι ενδεικτικός. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια τεράστια απόκλιση προτεραιοτήτων, που κάθε άλλο παρά προσπάθησε να κρύψει ο Φρανσουά Ολάντ, όταν αυτή την εβδομάδα ζήτησε από τη Γερμανία να κάνει κάτι περισότερο για να “τονώσει την ανάπτυξη στην Ευρώπη”. Προς το παρόν το μόνο που δείχνει πρόθυμο να κάνει το Βερολίνο είναι να αποτρέψει πάση θυσία την παράδοση του χαρτοφυλακίου των οικονομικών υποθέσεων στον Γάλλο Πιέρ Μοσκοβισί, τον οποίο θεωρεί ως έναν από τους μεγαλύτερους “αμαρτωλούς” σε ότι αφορά την παραβίαση του ιερού θέσφατου της λιτότητας. Κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα να αντιδρά το Παρίσι με την άρνησή να “χαρίσει” στον Γκύντερ Εττινγκερ το χαρτοφυλάκιο, που θα έχει σχέση με το εξωτερικό εμπόριο, τομέα ύψιστης σπουδαιότητας για την γερμανική οικονομία. Τέτοιου είδους αλληλοχτυπήματα, τσιμπήματα, σπρωξίματα, καραμπόλες καταγράφονται πολυάριθμα τις τελευταίες ημέρες και είναι αμφίβολο αν ο κύριος Γιούνκερ έχει στο κουτάκι του και άλλες συνταγές για να τα αντιμετωπίσει, εκτός από το προαναφερθέν “δεν θα απογοητευτείτε”.

Γιατί βέβαια ο Γιούνκερ δεν είναι μάγος. Μπορεί να μιλάει άψογα και γαλλικά και γερμανικά αλλά αν Παρίσι και Βερολίνο δεν αποφασίσουν να βρουν κοινή πολιτική γλώσσα, θα περιορίζεται απλά σε ένα ρόλο δραγουμάνου... Παράδειγμα: Η γερμανική βιομηχανία κατέγραψε τον περασμένο Ιούνιο και για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια μείωση στις παραγγελίες της κατά 3%, φαινόμενο που αποδίδεται στην ευρύτερη πολιτική αστάθεια, κυρίως στην περιοχή της Ουκρανίας. Τι συμπέρασμα θα βγάλουν οι Γερμανοί από αυτό; Οτι θα πρέπει να λειτουργήσουν ακόμα πιο αυτόνομα-εθνικά για να στηρίξουν την βιομηχανία τους, ακόμα και σε βάρος των ενδιαφερόντων των άλλων εταίρων; Ή μήπως ότι τους συμφέρει να δουλέψουν για μια πραγματικά κοινή ευρωπαϊκή στάση, που θα σταθεροποιήσει την κατάσταση στα σύνορα της ΕΕ και θα αποβεί πρός όφελος όλης της Ευρωζώνης; Προς το παρόν όλα δείχνουν ότι η πρώτη επιλογή έχει περισότερους υποστηρικτές.

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Πολιτικοί υπέρ-ήρωες

Ο Κώστας Καραμανλής πριν από μερικά χρόνια, φορώντας το μπουφάν του αεροπόρου μέσα στο κατακαλόκαιρο, προσπαθούσε να μας πείσει ότι είναι ο υπερήρωας, που αν δεν είχε απλώσει τις προστατευτικές του φτερούγες πάνω από την Πελοπόνησσο τότε δεν θα είχε καεί μόνο η μισή, αλλά ολόκληρη.
Ο Γιώργος Παπανδρέου πήρε το πιο θλιμμένο ύφος, που μπορούσε να πετύχει για να στήσει το κάδρο του Καστελόριζου, της εσχατιάς αυτής της ελληνικής γης, θέλοντας να μας κάνει να καταλάβουμε, ότι είχε παλέψει μέχρις εσχάτων για να αποτρέψει την υπαγωγή μας σε ένα ακόμα πιο επώδυνο μνημονιακό καθεστώς. Υπερήρωας κι αυτός.
Ο Αντώνης Σαμαράς συνεχίζει τώρα την παράδοση των υπερηρώων. Εχει βαλθεί να μας πείσει ότι θα... διώξει την Τρόικα από την Ελλάδα, για να μην ενοχλείται άλλο η αισθητική μας, αφού προφανώς το πρόβλημα δεν ήταν τι συζητούσαν τόσο καιρό με τους εκπροσώπους των δανειστών μας, αλλά το πού το συζητούσαν. Θα τους... ξαποστείλει λοιπόν στο Παρίσι και ίσως μάλιστα κάποια μεσάνυχτα, σαν ένας νέος ήρωας μιας γουντυαλενικής ταινίας να μπορέσει να κάνει άμεσα το άλμα στο χρόνο και να πετάξει σε μια άλλη εποχή, που όλα θα είναι καλύτερα πια και η ιστορία θα έχει κατοχυρώσει γραπτώς το μεγαλείο του.
Ο επικοινωνισμός, η προσέγγιση της πολιτικής, που δίνει σημασία αποκλειστικά στις “εικόνες”, μακριά από την ουσία των πραγμάτων, αποτελεί μπούσουλα των κυβερνώντων εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Επικουρούμενοι από μέσα εξημέρωσης οι πολιτικοί μας έχουν πλέον αναγάγει σε επιστήμη αυτού του είδους την προπαγάνδα. Δεν διστάζουν να επιστρατεύσουν ακόμα και μέσα στο κατακαλόκαιρο στα τηλεοπτικά παράθυρα τους δικούς τους ήρωες, για να μας περιγράψουν αυτοί ως ιδανικοί “εκπαιδευτές” τις υποτιθέμενες χίλιες λέξεις, που όπως λέει η παλιά ρήση “αξίζει μια εικόνα”, την οποία προφανώς και δε μπορούμε να “ερμηνεύσουμε” αποκλειστικά μόνοι μας εμείς οι ανειδίκευτοι,
Αυτό φυσικά δεν περιορίζεται μόνο στους κυβερνώντες. Επεκτείνεται και στους αντιπολιτευόμενους, που όσο πιο καλά μπορούν να παίξουν αυτό το παιχνίδι των εικόνων, αποφεύγοντας την ουσία τόσο πιο χαρωπά ευπρόσδεκτοι γίνονται στη μεγάλη παρέα των κλασικών εικονογραφημένων στιγμών μεγαλείου του έθνους μας. Το ζούμε καθημερινά. Τέτοιους υπέρ-ήρωες της εικόνας αναζητούν και πάλι οι εκπαιδευτές μας για να νοστιμίσουν την καθημερινή μας “ενημέρωση”. Εναν τέτοιο υπέρ-ήρωα της εικόνας αναζητούν και τώρα στον χώρο της πολυσυζητημένης Κεντροαριστεράς για να μας προσφέρουν μια χαρούμενη διέξοδο από την ανιαρή μνημονιακή μας καθημερινότητα. Χαμογελαστό, λαμπερό, καλοξυρισμένο, τρέντυ... Που θα κοιτάει πρώτα πώς θα ποζάρει και μετά θα σκέφτεται τι θα λέει. Που θα αποτελεί τον τρίτο δρόμο ανάμεσα στις θλιμμένες συντηρητικές γραβάτες του Αντώνη και τα παλαιστινιακά επαναστατικά φουλάρια του Αλέξη. Ναι, ο διάλογος για την Κεντροαριστερά έχει αρχίσει. Εικόνες, χάπενινγκ, ατάκες. Το μενού είναι πλήρες. Και όπως κάθε μιντιακό ριάλιτυ, που σέβεται την κυριαρχία του “φαίνεσθαι” είναι σίγουρο πώς θα δώσει αποτελέσματα, που θα ικανοποιούν τον ψηφοφόρο-τηλεθεατή. Ακόμα και αν στην πορεία έχει υποχρεώσει σε “αποχώρηση” κάποιους από τους πιο ελπιδοφόρους υποψήφιους.

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

Μόνιμα ανένταχτοι στην Ευρώπη

δημοσιεύτηκε στο news 247

Αφού λοιπόν μάθαμε ποιός θα είναι ο εκπρόσωπος της Ελλάδας στην επόμενη Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καλό θα είναι να ασχοληθούμε και λίγο με την ουσία. Σε αντίθεση με τα όσα γράφονται και ακούγονται από τους γνωστούς αναλυτές “ευρωλόγους”, μιλάμε για έναν Ευρωπαίο Επίτροπο και όχι για έναν Ελληνα Επίτροπο. Μιλάμε δηλαδή για ένα κορυφαίο στέλεχος της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας με σημαντικές αρμοδιότητες, που έχουν σαν στόχο να προωθήσουν ευρωπαϊκές πολιτικές. Οχι όμως για έναν εθνικό εκπρόσωπο σε ένα υπερεθνικό όργανο, που θα υπηρετεί όπως προσπαθούν να μας πείσουν κάποιοι τα “εθνικά” μας συμφέροντα. Δεν είναι αυτός ο ρόλος της Κομμισσιόν και ποτέ δεν ήταν. Τα εθνικά συμφέροντα τα προωθούν οι κυβερνήσεις μέσα στο Συμβούλιο, είτε σε επίπεδο αρχηγών κρατών, είτε στα επιμέρους συμβούλια υπουργών. Καλό θα είναι να το θυμούνται αυτό όσοι προσπαθούν να προβούν σε βαθυστόχαστες αναλύσεις για την επιλογή και το ρόλο του Δημήτρη Αβραμόπουλου, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο αποκλειστικά τα μυωπικά γυαλιά της εσωτερικής μικροπολιτικής σκοπιμότητας.
Ο Επίτροπος δεν συναντιέται με τους άλλους 27 ομολόγους του για να συζητήσουν ο καθένας το “δικό” του και να βρουν ένα κοινό παρονομαστή. Αυτό θα πρέπει να το χωνέψουμε κάποια στιγμή στην Ελλάδα. Πολύ περισσότερο σήμερα πρέπει να καταλάβουμε, ότι τόσο το χρηματοδοτικό πλαίσιο, όσο και οι γενικότερες πολιτικές είναι ήδη αποφασισμένες και οριοθετημένες για το διάστημα έως το 2020 και αυτό που θα απαιτηθεί το επόμενο διάστημα θα είναι πρωτίστως η εφαρμογή τους. Και εκεί τα όποια “εθνικά” οφέλη θα κριθούν από την στάση της Αθήνας και όχι των Βρυξελλών. 
Καλό θα είναι να μην αναπτύσσονται θεωρίες και υπερβολικές προσδοκίες για το ρόλο, που θα έχει ο “Ελληνας Επίτροπος” σε αυτή τη διαδικασία. Φυσικά και μέσα στο κολέγιο των επιτρόπων μυρίζεται κανείς εξελίξεις, κλίμα, πολιτικές διεργασίες αλλά ξαναλέω ότι η Κομμισσιόν δεν είναι το πλέον πολιτικό όργανο. Και ο επίτροπος από κάθε χώρα δεν πάει εκεί ως “πρεσβευτής” της. Ακόμα και κάποιοι “νεό-Ευρωπαίοι, που μπορεί να ξεκίνησαν με τέτοια διάθεση γρήγορα διαπίστωσαν πώς κάτι τέτοιο “δεν παίζει” και αναγκάστηκαν να συμμορφωθούν με τους κανόνες της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών. Δυστυχώς για μια ακόμα φορά η συζήτηση, που προηγήθηκε της επιλογής Αβραμόπουλου έδειξε πόσο λίγο γνωρίζουν ορισμένοι το πώς λειτουργεί η Ευρώπη. Αλλά το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στο χώρο του Τύπου, που έχει μάθει να τροφοδοτείται μόνο από “διαρροές κύκλων” και υπουργικών γραφείων. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ερώτηση ενός υποψήφιου ευρωβουλευτή, ο οποίος την ίδια μέρα που αρθρογραφούσε λέγοντας ότι θα πάει στην ευρωβουλή με “συγκρουσιακή διάθεση”, με ρωτούσε “τι ακριβώς υπάρχει στις Βρυξέλλες και τι στο Στρασβούργο;”

Μετά από σχεδόν πέντε χρόνια μνημονίων, που μας έδειξαν πόσο πολύ “ανακατεύεται” η Ευρώπη στην καθημερινότητά μας, εμείς συνεχίζουμε να ζούμε με τα ίδια στερεότυπα, την ίδια άγνοια και τις ίδιες προκαταλήψεις. Δυστυχώς και μετά τις τελευταίες ευρωεκλογές τίποτε δεν φαίνεται να άλλαξε και σε αυτό το επίπεδο. Και αυτή η ανικανότητά μας να προσαρμοστούμε σε μια Ενωση, στην οποία είμαστε μέλη εδώ και σχεδόν τέσσερεις δεκαετίες είναι το πιο ανησυχητικό σημάδι, που οφείλει να σημειώσει κανείς. Λες και δε διδαχτήκαμε απολύτως τίποτα από την κρίση. Συνεχίζουμε να συμπεριφερόμαστε πολλές φορές σαν ιδιόρυθμοι, απροσάρμοστοι επισκέπτες. 
Είναι χαρακτηριστικά και τα αποτελέσματα της έρευνας, που έγινε για λογαριασμό του ιδρύματος Bertelsmann στη Γερμανία και δείχνουν ότι η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα, που δεν επωφελήθηκε από την διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης το διάστημα 1992-2012. Αντίθετα το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της θα ήταν κατά 1,3% υψηλότερο αν δεν συμμετείχε στην ενιαία αγορά. Αντίθετα η Αυστρία θα είχε κατά 1,4% χαμηλότερο αντίστοιχο δείκτη αν δεν είχε υλοποιηθεί η κοινή αγορά. Αυτό δεν το σημειώνω φυσικά για να υποστηρίξω την έξοδό μας από την ΕΕ, αλλά για να υπογραμμίσω ότι κάποια στιγμή καλό θα είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστα ανένταχτοι και ότι θα πρέπει και εμείς να δούμε πώς θα αξιοποιήσουμε αυτή την διαδικασία, στην οποία υποτίθεται ότι θέλουμε να συμμετέχουμε ως ισότιμο μέλος και όχι ώς μονίμως ανένταχτοι.

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

Τα μπάνια των Ευρωπαίων ηγετών


Μέχρι τέλος Ιουλίου υποτίθεται ότι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί θα μπορέσουν να αποφασίσουν για μια κοινή στάση σε ότι αφορά την προμήθεια πολεμικού υλικού προς την Ρωσία. Μέχρι τότε οι Γερμανοί θα συνεχίσουν να επικρίνουν τους Γάλλους, που δεν θέλουν να ακυρώσουν την παράδοση των δύο πλοίων “Μιστράλ” προς τη Μόσχα αλλά και τους Βρετανούς, οι οποίοι επίσης θεωρούν ότι δεν συντρέχει λόγος για να σταματήσουν την παράδοση στρατιωτικών υλικών προς τη Ρωσία. Οι Ιταλοί από τη μεριά τους αποφάσισαν να παγώσουν το κοινό με τους Ρώσους σχέδιο για την κατασκευή ενός νέου τύπου υποβρυχίου και ρίχνουν τις μπηχτές τους προς το Βερολίνο για τη μονόπλευρη πολιτική του σε επίπεδο “αγωγών”.

Οι χώρες της Βαλτικής και οι Πολωνοί ζητούν μια πιο σκληρή στάση απέναντι στον “σκληρό” Πούτιν και οι Ισπανοί αναρωτιούνται γιατί οι “Βόρειοι” διακατέχονται από τέτοια “αντιρωσική μανία καταδιώξεως”. Οσο για την Αθήνα τώρα που τέλειωσε η τόσο επιτυχής προεδρία της, που αν την είχαν παρατείνει ένα εξάμηνο ακόμα μπορεί και να είχε λύσει με τις γενναίες της παρεμβάσεις το ουκρανικό ζήτημα, περιμένει να δει τι θα πουν οι δανειστές μας πριν εκφράσει με στεντόρεια φωνή την “ανεξάρτητη εξωτερική της πολιτική”.
Την ίδια ώρα οι Γερμανοί, που υποτίθεται ότι έχουν αγριέψει συνεχίζουν να προμηθεύονται με πολύ πιο ευνοϊκούς όρους το φυσικό αέριο από τη Μόσχα, σε σχέση όχι μόνο με εμάς τους ανοιχτοχέρηδες, όπου άλλωστε “λεφτά υπάρχουνε” αλλά και με άλλους εταίρους, που δεν ευτύχησαν να έχουν έναν πρώην καγκελάριο σαν το Σρέντερ, που να ξέρει από καλό παζάρεμα. Αν αυτό σας φαίνεται ως κοινή ευρωπαϊκή πολιτική (εξωτερική, ενεργειακή, οικονομική ή όποια άλλη θέλετε) τότε μάλλον ανήκετε στην κατηγορία εκείνων, που θεωρούν ότι ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος θα έπρεπε να είναι τώρα πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου ή ίσως και κάτι παραπάνω.

Οπως αμέτρητες φορές στο παρελθόν, έτσι και τώρα τα εθνικά συμφέροντα θρυμματίζουν τη βιτρίνα των Βρυξελλών, όπου κάποιοι Ευρωπαίοι ηγέτες τοποθετούν ανέμελα και κυρίως ανέξοδα τις εκθέσεις ιδεών τους για “περισότερη Ευρώπη”. Οταν στο λογαριασμό μπαίνει το εθνικό κόστος, ακόμα και το πρόσκαιρο, τα μεγαλόστομα σχέδια πάνε θερινές διακοπές. Εχει αποδειχτεί αμέτρητες φορές. Στους πολέμους του Ιράκ, στην κρίση της άλλοτε Γιουγκοσλαβίας, στη Λιβύη και στη Συρία, στη στάση απέναντι στην Κίνα και φυσικά στην ξεδοντιασμένη αντίδραση απέναντι στα όσα συμβαίνουν (πάλι) στην Παλαιστίνη.

Το κωμικό της υπόθεσης είναι ότι ακριβώς τώρα, που σε πολλά σημεία του πλανήτη καίνε μεγάλες και μικρότερες φωτιές η ΕΕ ξεκουράζεται και περιμένει να κάνουν τα αυγουστιάτικα μπάνια τους οι Ευρωπαίοι ηγέτες για να “εμπνευστούν” ποιός θα είναι ο καταλληλότερος “υπουργός Εξωτερικών” για την Ευρώπη και ποιός ο νέος ισχυρός πρόεδρος ενός Συμβουλίου (αρχηγών κρατών), που πήρε υποτίθεται το μήνυμα των ευρωεκλογών για την πορεία διάλυσης στην οποία έχει τροχιοδρομήσει σταθερά την τελευταία πενταετία η Ευρωπαϊκή Ενωση. Ας περάσει και ο Αύγουστος και βλέπουμε... Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αλείφονται με αντιηλιακά και αξιοποιούν τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας για να στείλουν μέσω smartphones μηνύματα συμπάθειας σε όσους υποφέρουν ανά τον πλανήτη. Περιορίζονται στην καλύτερη περίπτωση σε κάποιες “χρήσιμες” διαπιστώσεις και ξεμπερδεύουν με την κοινή γνώμη.


Φυσικά και χρειάζεται μια πολιτική απέναντι στην Ουκρανία, που θα της διασφαλίζει μια τρίτη επιλογή ανάμεσα στο “θήραμα του Πούτιν ή επόμενο πειραματόζωο του ΔΝΤ”. Φυσικά και θα μπορούσε η Ευρώπη να αγοράζει ως ένας και μοναδικός πελάτης το φυσικό αέριο από τη Μόσχα. Φυσικά και θα έπρεπε οι χώρες του Νότου να μην νοιώθουν μόνες κι αβοήθητες απέναντι στα κύματα των μεταναστών, που της απλώνουν το χέρι μέσα από μισοβυθισμένες βάρκες ζητώντας βοήθεια. Φυσικά και θα έπρεπε η Ευρώπη να λειτουργήσει ως ένας παίκτης με ένα σχέδιο και πρόταση για τη Μέση Ανατολή. Φυσικά και θα έπρεπε να προχωρήσει με ένα κοινό βηματισμό απέναντι στις “κινέζικες απομιμήσεις”. Αλλά όλα αυτά είναι ωραία για να τα λες προεκλογικά και να τα ξεχνάς, όταν έρχεται η ώρα να μοιράσεις καρέκλες, εμπορικά συμβόλαια και παγκόσμια επιρροή.  

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Περί Λαϊκισμού

Είναι μάλλον κακόγουστο να καταδικάζουν τον λαϊκισμό κάποιοι πολιτικοί, που τον υπηρέτησαν με τον πιο πιστό τρόπο επί δεκαετίες, μέχρι να μπορέσουν επιτέλους να κάνουν πραγματικότητα το όνειρό τους για εξουσία και να ανακαλύψουν την "ρεαλπολιτίκ".
Δυστυχώς ο λαϊκισμός συνεχίζει να είναι παρών και να βασανίζει την κοινωνία, γιατί απλούστατα αποτελεί πάντα την πιο εύκολη και εύηχη λύση για όλους: και για αυτούς που τα λένε και για αυτούς που τα ακούνε...

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Η “πολυγλωσσία” του πολύγλωσσου κυρίου Γιούνκερ


Ηταν μια μεγάλη μέρα για τον Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και για αυτό βάλθηκε να εντυπωσιάσει το ακροατήριό του. Ο επόμενος πρόεδρος της Κομμισσιόν μίλησε στο Ευρωκοινοβούλιο, πείθοντας 422 από τα μέλη του να του δώσουν την ψήφο τους σε τρεις γλώσσες. Ξεκίνησε γαλλικά, συνέχισε στα γερμανικά και έκλεισε με αγγλικά. Η πολυγλωσσία είναι φυσικά πλεονέκτημα, όταν κατέχεις μια τόσο σημαντική θέση και έχεις να συνεννοηθείς με συχνά “πεισματάρηδες” αρχηγούς κρατών.

Ομως οι συνειρμοί με μια άλλη “πολυγλωσσία” έφεραν στο νου ένα δίστιχο, που ξέρω από τα γερμανικά:
Allen Menschen Recht getan
ist eine Kunst die keiner kann”
Σε ελεύθερη μετάφραση θα το απέδιδα κάπως έτσι:
Ολους να τους ικανοποιείς
την τέχνη αυτή δεν την μπορείς.”

Γιατί βεβαίως ο πρώην πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου γνωρίζει ότι το έργο του, που προσπάθησε σχηματικά να εσωκλείσει στην υπόσχεση για μια πιο “κοινωνική Ευρώπη” αλλά και μια πιο “πολιτική Ευρωπαϊκή Επιτροπή” δεν θα είναι καθόλου εύκολο. Οπως και δεν θα είναι εύκολο να συμβιβάσει μια Γαλλία, που αναζητεί ένα άλλο δρόμο ανάπτυξης και μια Βρετανία που σκέφτεται πια σοβαρά το μέλλον της εκτός ΕΕ, με μια Γερμανία που θεωρεί ότι καλά πορευτήκαμε μέχρι τώρα απέναντι στην κρίση. Θα σπάσει λοιπόν αυγά ο κύριος Γιούνκερ, μιλώντας σε όλους με την ίδια σκληρή γλώσσα, που απαιτείται για να καταλάβουν ότι το ευρωπαϊκό εγχείρημα χρειάζεται ριζικό “φρεσκάρισμα” για να μπορέσει να επιβιώσει; Η θα ενδώσει στον πειρασμό της “πολυγλωσσίας” με την έννοια ότι άλλα θα λέει στους συνομιλητές από το Βερολίνο και σε άλλα σε εκείνους από το Παρίσι και το Λονδίνο; Αυτό είναι και το μεγάλο ερώτημα, στο οποίο είναι παρακινδυνευμένο να δώσει κανείς τώρα απάντηση. Οι υποψίες πάντως είναι δικαιολογημένες.

Ισως επειδή έχει επίγνωση των δυσκολιών αυτού του εγχειρήματος ο κ. Γιούνκερ προσπάθησε να πείσει το ακροατήριο του, και δεν εννοούμε μόνο τους παρόντες στην αίθουσα ευρωβουλευτές, ότι παρά τη συντηρητική του προέλευση, δεν θα διστάσει να περπατήσει και ριψοκίνδυνα μονοπάτια.
“Το μεγαλύτερο ρίσκο είναι να φοβάσαι να πάρεις ρίσκα” είπε, βάζοντας στο στόχαστρο εκείνους βολεύονται με τη στασιμότητα. Δεν είναι πάντως τυχαίο ότι οι αναφορές του σε πολιτικούς με ευρωπαϊκό όραμα, δεν περιείχαν κανένα σύγχρονο συνάδελφό του, αλλά γύρισαν πίσω στις δεκαετίες του 80 και του 90, τότε που το τέλος του ψυχρού πολέμου δημιουργούσε την πλαστή ευφορία μιας Ευρώπης με συνεχώς διευρυνόμενες αγορές, που θα δίνουν από μόνες τους λύσεις αυτορύθμισης στα προβλήματα της οικονομίας.
Αλλά επειδή αυτή η ευφορία ήταν ακριβώς “χάρτινη” δεν αρκεί πια να επικαλείται κανείς τους μεγάλους οραματιστές του παρελθόντος και να επικρίνει τους σημερινούς “κυνικούς”. Ούτε φτάνει να αραδιάζει νούμερα για λεφτά, που “υπάρχουνε” για να επενδυθούν σε δίκτυα και ψηφιακές τεχνολογίες. Ολα αυτά θα πρέπει να γίνουν πράξη και κυρίως να έχουν άμεσο αντίκρυσμα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, που συνεχίζουν να βασανίζονται από την ύφεση και την ανεργία.

Η Ευρώπη πράγματι χρειάζεται “αναδιοργάνωση”. Και η άμεση εκλογή από το Ευρωκοινοβούλιο εκείνου του υποψηφίου, που πήρε τις περισότερες ψήφους στις ευρωεκλογές μπορεί να θεωρείται από ορισμένους ως ένα θετικό πρώτο βήμα. Αλλά είναι μικρό για να αλλάξει ριζικά το εδώ και χρόνια βαλτωμένο ευρωπαϊκό τοπίο. Αν ο (σε λίγους μήνες 60χρονος) Λουξεμβούργιος πολιτικός έχει το θάρρος και τα μέσα για “την επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής ιδέας”, αν έχει την ικανότητα να πείσει τους Ευρωπαίους, ότι “όλοι μαζί κερδίζουμε και όλοι μαζί χάνουμε” είναι κάτι για το οποίο δικαιολογημένα μάλλον πλειοψηφούν σήμερα εκείνοι που αμφιβάλουν.

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Η πολιτική ως επάγγελμα

Είχα πει και προεκλογικά και το επαλαμβάνω και τώρα, ότι δεν είχα δει την πολιτική ως επάγγελμα και δεν ασχολήθηκα με τις ευρωεκλογές για να γίνω επαγγελματίας πολιτικός. Τέτοιους -ζωή να 'χουμε- διαθέτουμε αρκετούς και πρόθυμους να επιβιβαστούν, σε όποιο πλοίο φαίνεται να έχει ευνοϊκό άνεμο στα πανιά του... Από τη στιγμή που "η πολιτική χωρίς κομματικό παρελθόν" έπαψε να είναι πια σημαία, είναι λογικό να πλακώσουν οι επαγγελματίες. Καλές δουλειές σε όλους...

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Η λογική του ραγιά


Μεγάλωσαν γενιές ολόκληρες σε αυτή τη χώρα με το μύθο του αδάμαστου Ελληνα, που δεν υποφέρει ζυγό στον τράχηλό του. Το εθνικό μας αυτό παραμύθι είναι σίγουρο ότι θα συνεχιστεί χωρίς αναστολές και στο μέλλον, την ώρα που έξω στην πραγματική ζωή θα συνεχίσουμε να συμπεριφερόμαστε σα ραγιάδες. Η υποκρισία ποτέ δε σπάνισε σε αυτό τον τόπο, που όπως απέδειξε και το Μουντιάλ “βγάζει μόνο ήρωες”.

Θα ανεχόμαστε πάντα αφεντικά που μας κακοπληρώνουν ή δε μας πληρώνουν καθόλου, που καταπατούν κατά συρροή την αξιοπρέπεια μας και μας εκβιάζουν ότι αν διαμαρτυρηθούμε θα βρεθούμε εντελώς στο δρόμο. Θα ακούμε το διπλανό μας σοφά να μας υποδεικνύει να μην πούμε κουβέντα, αν πρώτα δεν έχουμε εξασφαλίσει “κάτι άλλο”. Σωστά, η επανάσταση απαιτεί προφανώς να έχεις και καμιά καβάτζα.

Θα ακούμε πολιτικούς να μας απειλούν, ότι αν δεν ανεχτούμε και άλλο τις δικές τους αποτυχίες θα έρθουν άλλοι χειρότεροι, που θα μας φορτώσουν με ακόμα μεγαλύτερες. Θα δούμε πάλι το διπλανό μας συγκαταβατικά να κουνάει το κεφάλι και να μας συμβουλεύει κι αυτός να κάτσουμε στα αβγά μας, γιατί ποιός ξέρει, μπορεί να τον χρειαστούμε αύριο αυτόν τον πολιτικό, που μουτζώναμε όλοι μαζί στο καφενείο. Τον οποίο μάλιστα δουλικά θα υποδεχτούμε και θα τον τρατάρουμε κιόλας, αν ποτέ περάσει από αυτό το καφενείο.

Η κουτοπόνηρη δουλικότητα απέναντι στο σύστημα, στο κράτος, στον αφέντη έχει πια περάσει και στην προσωπική μας ζωή. Υποκρινόμαστε ότι όλα είναι καλά, ζώντας ζωές άλλων, απλά για να μην χάσουμε τη βόλεψή μας, μην τυχόν και χρειαστεί να μοιράσουμε όσα κοινά αποκτήσαμε με ένα σύντροφο που ήταν λάθος για μας και ήμασταν λάθος γι αυτόν.

Η λογική του ραγιά, του ξεδοντιασμένου σκύλου, που γαβγίζει αλλά είναι παντελώς ακίνδυνος έχει τελικά τόσο πολύ εμποτίσει την συνείδηση του μικροαστού Νεοέλληνα, που είναι μάταιο να περιμένουμε ότι μπορεί κάποια στιγμή να σηκωθεί πραγματικά και να αντιδράσει. Θαυμάζουμε υποτίθεται τους ήρωες αλλά συμπεριφερόμαστε καθημερινά σαν παραιτημένοι δούλοι. Φαφλατάδες στα εύκολα και λιγόψυχοι στα δύσκολα. Ραγιάδες στο μυαλό και στην ψυχή...

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Ομιλείτε ιταλικά;

Θα μπορέσει η ιταλική προεδρία να αλλάξει την ευρωπαϊκή ατζέντα ή θα αποδειχτεί το “φαινόμενο Ρέντσι” ως μια ακόμα γλυκόηχη παρόλα; Ο πολιτικός χρόνος τρέχει πια πολύ γρήγορα και οι απαντήσεις δεν θα αργήσουν.

Τα τελευταία χρόνια χορτάσαμε από πολιτικούς, που ξεκίνησαν φιλόδοξα υποσχόμενοι το “κάτι άλλο” και πολύ γρήγορα απογοήτευσαν τους πολίτες με μια από τα ίδια. Πιο κραυγαλέο παράδειγμα ο Γάλλος Πρόεδρος, στον οποίο πολλοί συνάδελφοί του αλλά και πολίτες, ειδικά από τις χώρες του Νότου είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους για μια μια άλλη πολιτική στην Ευρώπη, προσανατολισμένη περισσότερο στις ανάγκες των κοινωνιών. Ομως, αν θέλει κάποιος να δει την αλήθεια κατάματα, το “φαινόμενο” Ολάντ δεν υπήρξε ποτέ, παρά μόνο στη φαντασία κάποιων αρθρογράφων.
Γι αυτό το λόγο είναι μάλλον άδικο να προσπαθούν κάποιοι εκ των προτέρων να συγκρίνουν τις προσδοκίες, που είχαν δημιουργηθεί τότε, με εκείνες που έχει ξυπνήσει τώρα ο Ματέο Ρέντσι. Ο Ιταλός πρωθυπουργός αντιμετωπίζεται σήμερα ως το “τρομερό παιδί” μιας μοντέρνας ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Το γεγονός ότι η χώρα του αναλαμβάνει σήμερα τα ηνία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι φυσιολογικό να ξυπνά (ξανά) ελπίδες για μια στροφή της Ευρώπης. Πολύ περισσότερο, που χρονικά συμπίπτει και με τις διεργασίες για την εκλογή της νέας Επιτροπής και την συνολική ανασυγκρότηση στα ανώτατα ευρωπαϊκά όργανα.
Η Ιταλία είναι, έστω και λαβωμένη, μια μεγάλη βιομηχανική δύναμη της ηπέιρου μας. Στα χρόνια του Μπερλουσκόνι η χώρα έμοιαζε συχνά να έχει αναχωρήσει από την Ευρώπη, ασχολούμενη με τα σκάνδαλα, αλλά και τα κουτσομπολιά του δικού της μικρόκοσμου. Αυτό φαίνεται να αλλάζει και στην υπόλοιπη Ευρώπη ελπίζουν τώρα για τη μεγάλη “επιστροφή” της Ιταλίας. Με βάση το πρόγραμμα ο πολιτικός από τη Φλωρεντία θέλει να θέσει στην ατζέντα της ΕΕ δύο μεγάλα ζητήματα: την ύφεση στις χώρες του Νότου και το μεταναστευτικό, το οποίο επίσης δεν "καίει" τόσο τις χώρες του Βορρά. Την ευθύνη των προοδευτικών δυνάμεων για περισσότερη αληλλεγύη, κοινωνική δικαιοσύνη και δουλειά σημείωνε άλλωστε και στο μήνυμά του προς το συνέδριο του "Ποταμιού" ο ευρωβουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος Τζιάννι Πιττέλλα, ο οποίος θα αναλάβει και την ηγεσία της ευρωομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών.

Τι να περιμένουμε λοιπόν; Ο Ρέντσι σίγουρα δεν είναι Ολάντ. Είναι πολύ νεώτερος, πολύ πιο δυναμικός και έχει μια αυτοπεποίθηση, που κάνει τις υποσχέσεις του για ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις πολύ πιο πειστικές, σε σχέση με ανάλογες μάλλον δειλές αναφορές του Γάλλου προέδρου στο παρελθόν. Θα αρκέσουν όμως αυτά για να μπορέσει η Ευρώπη να μιλήσει περισσότερο “ιταλικά”; Και αυτά τα ιταλικά θα είναι ουσιαστικά ή απλά εύηχες “φανφάρες”, όπως υποστηρίζουν οι πιο παραδόπιστοι; Δεν θα αργήσει να φανεί. Οι καιροί έχουν πια αλλάξει και ο πολιτικός χρόνος κυλάει με τέτοιες ταχύτητες, που όποιος θέλει να καταλάβει δε χρειάζεται να περιμένει και πολύ...

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Η αδράνεια ανήκει στα “μπάζα”

Αδράνεια, στη Φυσική, ονομάζεται η χαρακτηριστική ιδιότητα των σωμάτων να αντιστέκονται στην οποιαδήποτε μεταβολή της κινητικής τους κατάστασης.”

Δεν ξέρω αν οι σημερινοί “πατριάρχες” του παλαιοκομματισμού τα πήγαιναν καλά με τη Φυσική, αλλά όταν διδασκόταν η αρχή της “Αδράνειας” πρέπει να είχαν τα αυτιά τους τεντωμένα. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς την αξιοπρόσεκτη ικανότητα ενός γερασμένου πολιτικού συστήματος να επιβιώνει κάθε φορά, αντιστεκόμενο στην οποιαδήποτε μεταβολή της κινητικής του κατάστασης;
Εδώ και χρόνια βιώνουμε το εξής παράδοξο. Η πλειοψηφία των Ελλήνων δηλώνει απογοητευμένη, εξοργισμένη, αγανακτισμένη αλλά οι άνθρωποι που έχουν ταυτίσει την πολιτική τους δράση με μια εθνική ταπείνωση, συνεχίζουν να πείθουν ένα σημαντικό κομμάτι του εκλογικού σώματος ότι χωρίς αυτούς όλα μπορεί να γίνουν χειρότερα. Η “αλλαγή” που κάποτε συγκινούσε έστω και χάρις στην ασάφεια της και γινόταν σύνθημα στα στόματα εκατομμυρίων, σήμερα φοβίζει και οδηγεί ακόμα και “τραυματισμένους” από την κρίση στην απάθεια.

Είναι συγκλονιστικός ο τρόπος με τον οποίο ο νεοφιλελευθερισμός έχει μπολιάσει τις κοινωνίες της Ευρώπης με την ιδέα ότι η σημερινή “σταθερότητα” όσες οδύνες και αν πλροκαλεί, είναι τουλάχιστον πιο οικεία από την απόπειρα για κάτι διαφορετικό.
Αυτή την αδράνεια θέλησε να χτυπήσει το Ποτάμι καλώντας πολίτες με συμπτώματα πολιτικής παράλυσης να σηκωθούν από τον καναπέ για “να τα αλλάξουμε όλα χωρίς να τα γκρεμίσουμε όλα.” Η ανταπόκριση στις ευρωεκλογές ήταν μια καλή αρχή για να μην πέσει και αυτή η προσπάθεια θύμα της αδράνειας, που θα προκαλούσε είτε η απόρριψη με ένα ποσοστό κάτω από το 5% είτε η πρώιμη ευφορία ενός διψήφιου ποσοστού, που προφήτευαν κάποιες αρχικές δημοσκοπήσεις.

Το ιδρυτικό συνέδριο του Λαυρίου, ενός κινήματος που λογικό ήταν στα πρώτα βήματά του να παρουσιάσει και “παιδικές ασθένειες”, καλείται να διαχειριστεί αυτό το αποτέλεσμα. Να οδηγήσει το Ποτάμι στη φάση της ενηλικίωσης, αποφεύγοντας, όμως την εσωτερική αδράνεια που θα μπορούσε να προκαλέσει ο φόβος μπροστά σε “κακοτοπιές”.

Το 9,1% που πήρε το Ποτάμι στις ηλικίες 18-45 δείχνει ότι το πιο παραγωγικό κομμάτι της κοινωνίας περιμένει πιο ξεκάθαρες θέσεις και πολιτικές κατευθύνσεις για να μετατρέψει την αρχική “συμπάθεια” σε κάτι παραπάνω. Και είναι έτοιμο όχι να τα “γκρεμίσει όλα”, αλλά να στείλει στα “μπάζα” της πολιτικής ακριβώς αυτή τη νοοτροπία της αδράνειας, του βολέματος και του ωχαδερφισμού.

Από την "Εφημερίδα των Συντακτών", 27.06.2014

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Τι περιμένω από το Λαύριο

Πάνε τέσσερεις μήνες, από την ημέρα που ο Σταύρος ανακοίνωνε στους φίλους και συνεργάτες την ιδέα ίδρυσης ενός κόμματος. Χρειάστηκε να περάσει ο ένας περίπου από αυτούς για να πιστέψουν κάποιοι ότι δεν έκανε πλάκα... Βέβαια ορισμένοι που θεωρούν την πολιτική ως υπόθεση μόνο για γαλαζοαίματους επέμεναν ως το τέλος να αντιμετωπίζουν το Ποτάμι ως... εκπομπή.
Ισως τελικά αυτό να ήταν και καλό. Οταν ο αντίπαλος επιμένει να σε αντιμετωπίζει με υπεροψία είναι πο εύκολο για σένα να οργανωθείς και να επιλέξεις την τακτική σου. Η τακτική που επέλεξαν μια χούφτα “πρωτάρηδες” της πολιτικής απέναντι στον έμπειρο, ισχυρό και καλά δικτυωμένο στρατό του παλαικομματισμού ήταν αυτή του κλεφτοπόλεμου. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Δεν αποκτάς πρόγραμμα για όλα μέσα σε 50 μέρες. Δε μπορείς να το ψωνίσεις από κάπου. Εστιάζεις λοιπόν σε κάποια βασικά σημεία και με όπλο την “φρεσκάδα” και τη διαφορετικότητα προσπαθείς να επιτύχεις κάποια πλήγματα στον αντίπαλο, επιλέγοντας τα αδύναμα σημεία του. Ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός του νέου κινήματος ήταν ένα σημαντικό συνεκτικό στοιχείο, όπως και η κοινή αποδοχή ότι το σύμπλέγμα κρατισμού-κομματισμού αποτελεί το βασικό πρόβλημα που οδήγησε στην κατρακύλα της χώρας.

Ενας έμπειρος δημοσιογράφος εκτιμούσε πριν μερικές μέρες, ότι το 6,6% των ευρωεκλογών αποτέλεσε ένα θαύμα, αφού απέτρεψε τα δύο μεγάλα “κακά”, που θα μπορούσαν να συμβούν στο Ποτάμι. Με κάτω από 5% “πας σπίτι σου”, όπως χωρίς αναστολές είχε πει και ο ιδρυτής του. Με πάνω από 8% και αγγίζοντας το διψήφιο νούμερο, ίσως να έπεφτες θύμα “μιας φούσκας”, που θα ξυπνούσε υπέρμετρες προσδοκίες, αναντίστοιχες τόσο με την οργάνωση, όσο και με το βαθμό ωρίμανσης του Ποταμιού. Μπορεί ο ολίγον... κυνικός αναλυτής να έχει δίκιο.
Το σίγουρο είναι ότι η τακτική του “κλεφτοπόλεμου” δεν θα μπορέσει να συνεχιστεί στην πορεία προς τις εθνικές εκλογές. Οι ευρωεκλογές ήταν κάτι σαν προκριματικά του Μουντιάλ, που κυνηγάς δύο καμιά φορά ακόμα και τρία αποτελέσματα. Οι εθνικές εκλογές θα μοιάζουν με ματς νοκ-άουτ. Οταν αυτό, που θα κρίνεται θα είναι πραγματικά η διακυβέρνηση της χώρας, δεν θα αρκεί μόνο η συμπάθεια για το καινούριο για να κρατήσει ζωντανό ένα κίνημα, που θα ομολογεί ότι δεν έχει θέσεις για κάποια ζητήματα. Το έχει δείξει και η εμπειρία άλλων κομμάτων στην Ευρώπη, που ξεκίνησαν ως “μοντέρνα”, “διαφορετικά” αλλά παρέμειναν μονοθεματικά ή ολιγοθεματικά και έτσι δε μπόρεσαν να μιλήσουν σε μεγάλα κομμάτια της κοινωνίας, με αποτέλεσμα σταδιακά να ατροφήσουν.

Από αυτή την άποψη το Ιδρυτικό Συνέδριο του Λαυρίου θα πρέπει να είναι ένα συνέδριο “πρώιμης”, αλλά υποχρεωτικής ωρίμανσης. Δεν υπάρχουν πολλά χρονικά περιθώρια για αναστολές αποφάσεων. Το Ποτάμι πρέπει να πάρει θέση για τα μεγάλα ζητήματα της χώρας και να ξεκαθαρίσει με ποιούς θέλει πραγματικά να πάει για “να αλλάξει την Ελλάδα χωρίς να τα γκρεμίσει όλα”. Η διαδικασία δεν θα είναι εύκολη. Ετσι κι αλλιώς πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι βρέθηκαν στο ίδιο καράβι, επειδή αποφάσισαν να ασχοληθούν μόνο με αυτά που τους ενώνουν. Με βάση αυτά θα πρέπει τώρα και να “δημιουργήσουν” ακόμα περισσότερα, που θα ενισχύσουν αυτή την ενότητα.

Το Συνέδριο πρέπει να παράγει θέσεις μέσα από το διάλογο και αξιοποιώντας τον πλούτο των προτάσεων, που έχουν κατατεθεί το προηγούμενο διάστημα. Οταν θα υπάρξουν οι θέσεις αυτές θα εκλείψουν και οι αφορμές για εσωκομματικές γκρίνιες και μουρμουρητά, που είναι συνηθισμένα φαινόμενα σε κόμματα που προσπαθούν να παραμερίσουν τα δύσκολα, ελπίζοντας ότι ο καιρός θα είναι αίθριος για το υπόλοιπο της ζωής τους. Κι όταν αρχίζει να ...φυσάει λίγο αρχίζουν τα σκορπίσματα.
Με συγκεκριμένες θέσεις και πολιτική κατεύθυνση θα είναι πολύ πιο εύκολο να αιτιολογηθούν και να κατανοηθούν τα ΟΧΙ και τα ΝΑΙ μας. Θα είναι απλούστερο: Με αυτούς που συμφωνούμε θα μπορούμε να συνεργαστούμε. Με αυτούς που απέχουμε πολύ οι συνεργασίες θα είναι πιο δύσκολες. Με κάποιους αδύνατες. Και αυτό αφορά και τα πρόσωπα αλλά και τα άλλα κόμματα. Και τις προεκλογικές συμμαχίες αλλά και τις μετεκλογικές συνεργασίες. Οταν τα έχεις εσύ ξεκάθαρα μέσα σου είναι πολύ πιο εύκολο να τα εξηγήσεις και στους άλλους (και να τα βρεις μαζί τους).

Πρέπει βεβαίως να είμαστε και ρεαλιστές. Δεν μπορεί να περιμένει κανείς ότι μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο μπορούν να αναλυθούν η παγκόσμια οικονομία, η ελληνική κρίση και να παρουσιαστούν μαγικές λύσεις για όλα. Αυτό δεν τα έχουν καταφέρει μήνες και χρόνια αντικρουόμενων αναλύσεων από τους ειδήμονες. Αλλά για τους συνέδρους, που θα έρθουν από όλη την Ελλάδα στο Λαύριο θα είναι καλό όταν θα πάρουν το δρόμο του γυρισμού να έχουν ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα, που όπως συχνά αποκάλυψε η προσυνεδριακή συζήτηση παραμένουν ακόμα θολά. Να έχουν στα χέρια τους ένα πραγματικό “Μανιφέστο”, που θα περιγράφει “Γιατί ιδρύσαμε το Ποτάμι, ποιοί είμαστε και τι πραγματικά θέλουμε”.

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Μας παρακολουθούν οι “σύμμαχοι;

Εχει ζητήσει τελικά η ελληνική κυβέρνηση εξηγήσεις από τις γερμανικές αρχές για το θέμα των παρακολουθήσεων από την BND (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών) της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και στην Ελλάδα ή το έχει αφήσει στην “φιλοτιμία” του Βερολίνου να απαντήσει αν και όταν το κρίνει σκόπιμο;
Το ερώτημα αυτό θα πρέπει να απαντηθεί άμεσα, γιατί αν κρίνουμε από τις σχετικές ανακοινώσεις, τόσο του εκπροσώπου του ελληνικού ΥΠΕΞ, όσο και του αναπληρωτή κυβερνητικού εκπροσώπου στο Βερολίνο είναι πρόδηλο ότι επιχειρείται αμοιβαία υποβάθμιση ενός ζητήματος, που αφορά και την εθνική κυριαρχία αλλά και θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών. 
“Φίλοι, εταίροι και σύμμαχοι” είμαστε, αλλά το θέμα δε μπορεί να ξεχαστεί με μια νοοτροπία, που θυμίζει το γνωστό ανέκδοτο “ευτυχώς που δεν χτυπήσαμε”. Αντίθετα εδώ μάλλον θα έπρεπε να ισχύσει το “οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους”.

Σκορποχώρι

Τελικά στο μόνο θέμα, που δείχνουν να τηρούν συνεπή στάση οι άνθρωποι αυτής της κυβέρνησης είναι η αδιαλλαξία τους απέναντι στις απολυμένες καθαρίστριες.
Οι πρώτες μέρες μετά τον ανασχηματισμό επιβεβαίωσαν ότι τελικά επρόκειτο για μια κίνηση καθαρά επικοινωνιακού χαρακτήρα, χωρίς καμιά στόχευση και με την απλοϊκή ελπίδα να αλλάξει την εικόνα της κυβέρνησης για την περίπτωση που αυτή αποφασίσει να προχωρήσει σε πρόωρες εκλογές.
Οι νέοι υπουργοί είναι σταθερά προσανατολισμένοι στην δική τους... ατομική εικόνα. Γι αυτό και θα τρώγονται όλο και περισότερο μεταξύ τους. Το τηλεοπτικό τους πρόγραμμα παράμενει βαρυφορτωμένο.... Ο καθένας ανακοινώνει ότι μέτρο μπορεί να θεωρήσει σαν φιλολαϊκό, έχοντας στο μυαλό του την μάχη του σταυρού, που θα κληθεί να (ξανα)δώσει σε μερικούς μήνες. Οι σχολικές αργίες θα επανέρθουν, τα εισιτήρια θα μειωθούν, οι φορολογικές ελαφρύνσεις έπονται και οι φθινοπωρινές δημοσκοπήσεις αναμένονται. Για να δουν αν τελικά τους βγαίνει το σενάριο...

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Για τη δημόσια τηλεόραση

Ηταν πέρσι τέτοια μέρα, που με ένα τρόπο βίαιο και αυταρχικό έπεφτε μαύρο στην ΕΡΤ, σοκάροντας ολόκληρη την Ευρώπη."Ενα σύγχρονο, δημόσιο -αλλά όχι κρατικό, ούτε κομματικά ελεγχόμενο- Οργανισμό Ραδιοτηλεόρασης" υποσχόταν, τότε ότι θα δημιουργήσει η κυβέρνηση. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς "γκουρού" των ΜΜΕ για να καταλάβει ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ. Εκκαθαριστές και πολιτικοί “αρμόδιοι” που εγκατέλειψαν το σκάφος πριν ολοκληρωθεί η εκκαθάριση, μέλη του ΔΣ που παραιτήθηκαν καταγγέλοντας πάλι την κομματοκρατία, απολυμένοι που ακόμα περιμένουν τις αποζημιώσεις τους, συμβασιούχοι διμηνίτες που ζουν με σιωπηρές παρατάσεις, διαγωνισμοί που αμφισβητήθηκαν από όλες τις πλευρές και τα αποτελέσματά τους δεν ανακοινώθηκαν ποτέ, διευθυντές που τοποθετήθηκαν με αδιαφανείς διαδικασίες, εταιρείες που παραμένουν απλήρωτες, προκηρύξεις με φωτογραφικό χαρακτήρα, καταγγελίες για κυβερνητικές πιέσεις, ένα πρόγραμμα κατά πολύ υποδεέστερο του προηγούμενου.

Και στην περίπτωση της δημόσιας τηλεόρασης αποδείχτηκαν οι καταστροφικές συνέπειες του κομματισμού και της κυριαρχίας των συντεχνιακών λογικών. Για να υπάρξει μια πραγματικά δημόσια και ανεξάρτητη τηλεόραση θα πρέπει τα κόμματα να αποφασίσουν να “αποσυρθούν” και να καθορίσουν ένα πλαίσιο, που δεν θα αφήνει κανένα περιθώριο παρεμβάσεων. Η δημόσια τηλεόραση θα αποτελούσε μια καλή ευκαιρία για να δείξουν τα κόμματα, ότι έχουν διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος. 

Ενας πραγματικά ανεξάρτητος και δημοκρατικός φορέας δε μπορεί να στηθεί ούτε με λογική της διάλυσης, ούτε με λογική της επιστροφής σε ένα προβληματικό παρελθόν, όπως αόριστα και λαϊκίστικα υπόσχονται κάποιοι. Χρειάζεται να εφαρμοστεί επιτέλους η κοινή λογική και η αξιοκρατία. Η δημόσια τηλεόραση είναι ένα αγαθό για όλη την κοινωνία και όχι για την εκάστοτε “εξουσία”. Μόνο όταν θα το αποδεχτούν αυτά τα κόμματα, μόνο όταν όλοι οι άνθρωποι του χώρου μπορέσουν να προσφέρουν χωρίς την απειλή άνωθεν παρεμβάσεων θα μπορεί να γίνεται λόγος για μια πραγματικά δημόσια τηλεόραση.