Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Αύριο μια άλλη χώρα


Η “Liverpool Echo” η τοπική εφημερίδα του “μεγάλου λιμανιού” ανέβασε την Τρίτη στην ιστοσελίδα της μια δημοσκόπηση, όπου οι αναγνώστες μπορούσαν να διαλέξουν ανάμεσα σε δέκα διαφορετικά σχέδια της σημαίας, που θα είχε ένα... ανεξάρτητο από τη Βρετανία Λίβερπουλ.
(We are not british, we are Scouse που λέει και το τραγούδι). Προφανώς πρόκειται περί “χαριτωμενιάς”, αλλά είναι ενδεικτική και αυτή του κλίματος που έχει δημιουργήσει η συζήτηση για το δημοψήφισμα στην Σκωτία. Είναι να μη σου μπαίνουν ιδέες και όπως θα έχετε διαβάσει και αλλού, η ιδέα της απόσχισης ξαναζεσταίνεται και σε άλλες περιοχές της Ευρώπης, σε μια περίοδο που η επιστροφή στο τοπικό, στο οικείο, στο πιο αναγνωρίσιμο και καλύτερα διαχειρίσιμο φαντάζει για πολλούς ως η λύση απέναντι στο χάος μιας ασύδοτης και ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης.
Είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς την έκβαση του δημοψηφίσματος αν και η “λογική” λέει ότι οι Σκωτσέζοι, αφού τρομοκράτησαν αρκετά τους “κυβερνήτες” στο Λονδίνο, θα πουν τελικά ένα οριακό ΟΧΙ, προσδοκώντας να υλοποιηθούν οι υποσχέσεις, που τους δόθηκαν όλο το περασμένο διάστημα για μεγαλύτερη αυτονομία. Αλλά ποιός είπε ότι τα αποτελέσματα ενός δημοψηφίσματος είναι πάντα λογικά; Ας περιμένουμε λοιπόν να δούμε τι θα βγάλουν οι κάλπες και τι θα ακολουθήσει στη συνέχεια.
Αυτό που ωστόσο μπορεί να πει κανείς ήδη από τώρα με βεβαιότητα είναι ότι την Παρασκευή Σκωτσέζοι, Εγγλέζοι, Ιρλανδοί και Ουαλοί θα ξυπνήσουν σε μια άλλη χώρα. Οι πρώτοι γιατί έτσι κι αλλιώς θα πρέπει να διαχειριστούν και το αποτέλεσμα, αλλά κυρίως και τις συνέπειες μιας συζήτησης, που κύλησε ουσιαστικά μεν και αποκάλυψε πολλά “απωθημένα” έτσι ώστε κάποιοι να την χαρακτηρίσουν “λυτρωτική”, αλλά σίγουρα οδήγησε σε μια πόλωση άνευ προηγουμένου. Και είναι γνωστό ότι κοινωνίες χωρισμένες στα δύο εγκλωβίζονται συχνά σε έναν διχασμό, που ανακυκλώνει αδιέξοδα, τα οποία μπορεί να καταλήξουν σε απροσδόκητες εκρήξεις. Για τις άλλες τρεις “εθνότητες” της Βρετανίας αλλά και για τους Ευρωπαίους και υπόλοιπους ξένους πολίτες που ζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο το πρόβλημα θα είναι ότι πιθανότατα θα κληθούν να χειριστούν και προσωπικά τις συνέπειες μιας απόφασης, που επηρεάζει τις ζωές τους αλλά οι ίδιοι δε μπορούσαν να την επηρεάσουν.
Με άλλα λόγια, ακόμα και αν επικρατήσει το ΟΧΙ, η συζήτηση για τη σχέση της Σκωτίας με το Λονδίνο δεν θα σταματήσει εδώ. Αυτό θα μπορούσε να είναι μια καλή ευκαιρία και για την Ευρώπη συνολικά, για να ασχοληθεί επιτέλους με τη σχέση κεντρικής εξουσίας και περιφέρειας, η οποία και χτίστηκε και συνεχίζει ουσιαστικά να λειτουργεί με βάση τα δεδομένα άλλων εποχών. Η τάση για αυτό που αποκαλείται “ρεζιοναλισμός”, επιστροφή στο περιφερειακό, δεν είναι μόνο βρετανικό φαινόμενο. Η απέχθεια απέναντι σε πολιτικούς, που βρίσκονται “πολύ μακριά” και πνευματικά και σωματικά είναι ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα, όπως δείχνουν συστηματικά οι ευρωεκλογές. Δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι νέοι Σκωτσέζοι ψηφοφόροι, που αδιαφορούσαν για την πολιτική ενεργοποιήθηκαν στη συζήτηση για το μέλλον της Σκωτίας και δήλωναν κατηγορηματικά ότι θα πάνε να ψηφίσουν, επειδή ακριβώς θεωρούν ότι, σε αντίθεση με άλλες πολιτικές αποφάσεις, αυτή τους αφορά πολύ πιο άμεσα και μπορούν επίσης άμεσα να την επηρεάσουν.
Το ειρωνικό είναι ότι τα επιχειρήματα που έχει να αντιμετωπίσει τώρα ο Βρετανός πρωθυπουργός από τους υποστηρικτές του ΝΑΙ είναι ακριβώς τα ίδια, που ο ίδιος είχε στην φαρέτρα του για να απειλήσει με... απόσχιση τις Βρυξέλλες στο δικό του δημοψήφισμα για τη σχέση Βρετανίας-ΕΕ: Συγκεντρωτισμός, αγνόηση των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, οικονομικές απώλειες λόγω υπερβολικής γραφειοκρατίας και πάει λέγοντας. Οι μακρινές και αποστειρωμένες Βρυξέλλες ως τροχοπέδη για μια νέα βρετανική άνοιξη. Το μακρινό και εγωϊστικό Λονδίνο ως φρένο για ένα νέο σκωτσέζικο θαύμα.
Η συζήτηση για τον διαχωρισμό εξουσιών ανάμεσα σε τοπικό, εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο είναι παλιά στην Ευρώπη, αλλά στην πράξη λίγα βήματα έχουν γίνει για να φέρουν τους πολίτες πιο κοντά στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Οι πολίτες αναζητούν κατά συνέπεια τρόπους να απεξαρτηθούν από ένα πεπαλαιωμένο πολιτικό σύστημα, που συχνά αγνοεί τις ανάγκες τους και παράλληλα αφήνει απέραντο έδαφος σε λαϊκιστές, που γενικά και αόριστα υπόσχονται “αυτονόμηση” από τον παλαιοκομματισμό. Ενα σύστημα, που τους θέτει ενώπιον των ευθυνών τους μόνο ως ψηφοφόρους και μόνο όταν τους φοβηθεί... Και όπως πολύ σωστά είχε πει κάποτε ένας Βρετανός σχολιαστής “μην περιμένετε από τους ανθρώπους να φερθούν υπεύθυνα αν δεν τους παραχωρείτε τις ευθύνες που δικαιούνται”. Αυτό είναι ίσως το βασικότερο μήνυμα του σκωτσέζικου δημοψηφίσματος.


"Μπορώ και μόνη μου καλά"

Θα μπορούσε να είναι το απόλυτο σουξέ στην Ευρώπη. Να το τραγουδούν οι Σκωτσέζοι στο Λονδίνο και το Λονδίνο στις Βρυξέλλες. Να το έχουν μεταφράσει στα γερμανικά οι οπαδοί του “κόμματος του μάρκου”, οι αληθινοί Φινλανδοί μαζί με τους υπερπατριώτες Σουηδούς και τους μπρατσωμένους “πανουγγριστές”. Το φωνάζει και η “πατριωτική” Δεξιά στην Ελλάδα (όχι μόνο η ακροδεξιά). Το ελαφρολαϊκό “μπορώ και μόνη μου καλά, τα καταφέρνω μια χαρά” φαίνεται να εκφράζει μεγάλη μερίδα πολιτών σε μια σειρά από χώρες της Ευρώπης.
“Εκπληκτοι” αναλυτές μας αναφέρουν την άνοδο κάποιου ακραίου, ξενοφοβικού, εθνικιστικού ή έστω απλά αντιευρωπαϊκού κόμματος σε κάποια εκλογική μάχη. Η “έκπληξη” αυτή όπως και εκείνη των πολιτικών, που παίρνουν το λυπημένο ύφος για να μας “κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου”, μετά από τέτοια φαινόμενα μόνο πλαστή μπορεί να είναι. Εκτός πια αν η αφέλεια ήταν το συνοδευτικό χαπάκι για να χωνέψουμε τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, που κυριάρχησε στην Ευρώπη την περασμένη εικοσαετία.
Τώρα βεβαίως κάποιοι την εγκαλούν για την ψεύτικη ευημερία, που μας πούλησε αλλά αποφεύγουν να δούν και την ουσία της. Και η ουσία είναι ότι σε κοινωνίες που είχαν γαλουχηθεί με το να βλέπουν το ατομικό συμφέρον, την προσωπική επιτυχία, την κοινωνική και οικονομική αναρρίχηση ως τον υπέρτατο στόχο, είναι προφανές ότι κάθε ιδέα “συλλογικότητας” δε μπορεί να είναι ελκυστική. Σε ατομικό, εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο νεοφιλελευθερισμός καλλιέργησε την “ευρωπαϊκή συλλογικότητα” μόνο στο επίπεδο της αγοράς και των “ευκαιριών”. Για όλα η λύση ήταν ο “ανταγωνισμός”, μέσα από τον οποίον υποτίθεται ότι οι πιο άξιοι και οι πιο ικανοί θα είναι και οι μέλλοντες “επιτυχημένοι”. Το μοντέλο των “επιτυχημένων” ανασύρεται εσχάτως και πάλι από το συρτάρι για να δώσει ελπίδα σε μια παραζαλισμένη κονή γνώμη, που έχει μάθει έτσι κι αλλιώς όχι να μοιράζεται, αλλά να “παλεύει για να κερδίζει”.
Είναι φυσιολογική εξέλιξη όμως, όταν έχεις μάθει ότι έχεις περισότερες πιθανότητες επιτυχίας όταν “πιστέψεις στον εαυτό σου και παλέψεις σκληρά” να θεωρείς ότι αυτό ισχύει και σε υπερεθνικό επίπεδο.
Οταν είσαι Σουηδός ή Γερμανός και θεωρείς ότι δεν έχεις τίποτα, που να σε ενώνει με τους “ανέμελους” του Νότου, γιατί να μην πιστεύεις ότι χωρίς αυτούς θα τα πας καλύτερα; Οταν είσαι Βρετανός και πιστεύεις ότι ελέγχεις το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ευρώπης γιατί να θες να υπόκεισαι σε κοινούς περιορισμούς με τους άλλους Ευρωπαίους; Οταν είσαι Σκωτσέζος και πιστεύεις ότι με τα πετρέλαιά σου και τις φυσικές σου ομορφιές μπορείς να συντηρήσεις μια αυτόνομη οικονομία, γιατί να θες να τα μοιραστείς αυτά με τους Αγγλους που πάντα ήθελαν να σου κάνουν το δάσκαλο; Κι όταν είσαι οπαδός θεωριών περί “ανάδελφου έθνους” γιατί να μην συνεχίζεις να βλέπεις σαν εχθρούς της φυλής όλους τους υπόλοιπους λαούς;
Η ίδια λοιπόν η κυρίαρχη ιδεολογία, που υποτίθεται ανυψώνει την ατομικότητα και την διαφορετικότητα του ατόμου, που το διδάσκει να βλέπει καχύποπτα τις όποιες συλλογικές μορφές αντίδρασης, και το κάνει τελικά πολύ πιο ευάλωτο απέναντι σε οποιαδήποτε εξουσία, είναι αυτή που λειτουργεί διαλυτικά και μέσα στις εθνοκεντρικές κοινωνίες και μέσα στην Ευρώπη. Το “ένας για όλους και όλοι για έναν”, υπάρχει ως αξίωμα μόνο στις επαναλήψεις ταινιών από προηγούμενες δεκαετίες. Το αξίωμα που σάρωσε τα πάντα τις περασμένες δύο δεκαετίες ήταν το “ο καθένας για τον εαυτό του”.
Θα αντιτείνει κανείς ότι ποτέ δεν υπήρξε μια πραγματική ευρωπαϊκή συλλογικότητα. Αυτό είναι σωστό. Ομως οι κοινωνίες στις δεκαετίες του '50 και του '60 ήταν πολύ διαφορετικές. Κουρασμένες από τους πολέμους και αποφασισμένες να “ανασκουμπωθούν” και να οργανωθούν, έτσι ώστε να προχωρήσουν στην αναγκαία ανοικοδόμηση μιας ρημαγμένης ηπείρου. Υπήρχε τότε ένας κοινός στόχος, μια ελάχιστη κοινή θεώρηση των πραγμάτων. Και η επιθυμία να σταματήσουν πλέον οι συγκρούσεις. Υπήρξε μια βελτίωση του βιοτικού επιπέδου για το σύνολο της κοινωνίας. Σήμερα μια τέτοια συγκολλητική ουσία δεν υπάρχει. Αυτό που εμφανίζεται ολοένα και πιο απειλητικό είναι η διεύρυνση των ανισοτήτων που αναπόφευκτα συντελεί στην ολοένα μεγαλύτερη πόλωση. Και εντός των περισότερων ευρωπαϊκών κοινωνιών και στην ΕΕ συνολικότερα. Μετά τη διεύρυνση οι περισσότεροι Ευρωπαίοι πολίτες συνειδητοποίησαν πιο εύκολα αυτά που τους χωρίζουν αντί για εκείνα που τους ενώνουν. Και μετά την κρίση ο αγώνας για επιβίωση έγινε ακόμα σκληρότερος. Είναι απλό. Οταν έχεις μάθει να διεκδικείς ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα για τον εαυτό σου, δεν θα σκεφτείς πώς θα την μοιράσεις πιο δίκαια, όταν την δεις ξαφνικά να συρρικνώνεται. Θα κοιτάξεις πρωτίστως να εξασφαλίσεις για σένα τη μεγαλύτερη μπουκιά.

Φυσικά και υπάρχουν παραδείγματα αλληλεγγύης και μιας νέας συλλογικότητας σε κάποιες χώρες, κυρίως του Νότου, σε κοινωνίες που έστω και ασυνείδητα καταλαβαίνουν ότι ο μύθος των “επιτυχημένων” έχει κάποια σοβαρά κατασκευαστικά ψεγάδια. Αλλά δεν αποτελούν την κυρίαρχη τάση. Αντίθετα μερικές φορές επιχειρείται απλά να μετατραπούν σε οάσεις φιλανθρωπίας, που θα δώσουν άλλοθι μακροζωϊας στον ασύδοτο ανταγωνισμό της αγοράς. Αυτή τη στιγμή η πολιτική τάξη στην Ευρώπη, κεντροδεξιά ή κεντροαριστερή παραμένει δέσμια των εμμονών της και των υποχρεώσεων της απέναντι στους κυρίαρχους της χρηματοπιστωτικής οικονομίας. Ελπίζει ακόμα σε “αόρατα χέρια” και “κυκλικές” ανακάμψεις. Και αδυνατεί να κατανοήσει γιατί μεγάλες ομάδες της γυρίζουν την πλάτη και στρέφονται σε ακραίες απόψεις. Μοιάζει με τους γονείς, που δίδασκαν τα παιδιά τους να νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους, να μην κοιτάνε κανέναν άλλο παρά μόνο την καλοπέρασή τους και αίφνης αναρωτιούνται γιατί δεν υπάρχει κανείς να τους γηροκομήσει. Και συνήθως δεν τους απαντά κανείς μέχρι να καταλήξουν...

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Το κεφάλι ακόμα στην άμμο;

Από το news247

Σαξωνία, Θουριγγία, Βραδεμβούργο. Κανείς δε μπορεί να κάνει πια ότι δεν βλέπει, όπως σχολίαζε ένας Γερμανός αρθρογράφος. Το κόμμα, που γεννήθηκε πριν περίπου ένα χρόνο με αίτημα με αίτημα την επιστροφή στο μάρκο και ώσπου να γίνει αυτό την αποπομπή από την Ευρωζώνη των “ρέμπελων” του Νότου, η “Εναλλακτική για την Γερμανία” συνεχίζει τον καλπασμό του. Αφού έχασε στο νήμα την είσοδό του στο γερμανικό κοινοβούλιο, μένοντας οριακά κάτω από το 5%, μπήκε άνετα στην Ευρωβουλή και το προηγούμενο δεκαπανθήμερο εισήλθε σε τρία τοπικά κοινοβούλια με διψήφια ποσοστά.
Αποδείχτηκε έτσι ότι ο “στρουθοκαμηλισμός” της Ανγκέλα Μέρκελ, που απαξιούσε στην ουσία να σχολιάσει την εξέλιξη αυτή, δεν λειτουργεί ως αντίδοτο απέναντι σε ένα υπαρκτό πρόβλημα: η γερμανική κοινωνία πολώνεται επικίνδυνα με άξονα την κρίση της ευρωζώνης και δείχνει να υιοθετεί ακραίες απόψεις, που μπορεί να μην έχουν ως πρόσημο σβάστικες και ναζιστικούς χαιρετισμούς αλλά πατάνε γερά πάνω σε έναν οικονομίστικο εθνικισμό και την υπεροψία απέναντι στους φτωχούς “νότιους”.
Είναι όμως απλά στρουθοκαμηλισμός; Η Ανγκέλα Μέρκελ ξέρει ότι μεγάλη ευθύνη για την μετακίνηση αυτή φέρει και η ίδια αλλά και η προηγούμενη κυβέρνηση συνασπισμού με τους Φιλελεύθερους. Οι τελευταίοι δείχνουν να εξαφανίζονται οριστικά, κάτι που δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της προκλητικής ρητορικής τους, η οποία ήταν καθαρά ξενοφοβική και μόνο κατ' όνομα φιλελεύθερη. Γιατί ο ψηφορόρος να εμπιστευτεί κάποιους “κρυφο-εθνικιστές” και να μην πάει απευθείας σε εκείνους, που τα λένε “σταράτα”; Η αλλαζονεία και η υιοθέτηση μιας λογικής τιμωρίας για τις χώρες της Ευρωζώνης, που δε μπόρεσαν να αποφύγουν τα ελλείματα δεν ήταν λοιπόν πολιτικές “πατέντες” της “Εναλλακτικής”. Μπήκαν στα γερμανικά σπίτια από την Χριστιανοδημοκρατία, έγιναν κυρίαρχη άποψη, μετατράπηκαν σε μπούσουλα για τους Ελεύθερους Δημοκράτες και ανακυκλώνονται από τότε από τον λαϊκιστικό και όχι μόνο Τύπο. Απλά σε μια περίοδο, που όλες οι ευρωπαϊκές κοινωνίες παρουσιάζουν σαφείς τάσεις πόλωσης η κομψευόμενη ακροδεξιά φρόντισε να πάει ακόμα πιο μακριά την λογική της γερμανίδας καγκελαρίου.
Τι μας είπε η Μέρκελ, όταν πριν από μια εβδομάδα παρουσιάστηκε ο (λογιστικά) ισοσκελισμένος γερμανικός προϋπολογισμός για το 2015; Οτι όλες οι χώρες της Ευρωζώνης θα πρέπει να πάρουν παράδειγμα από το Βερολίνο και να κάνουν το ίδιο. Τι μας λέει η “Εναλλακτική”; Οτι υπάρχουν ένα σωρό χώρες της Ευρωζώνης, που αποκλείεται να καταφέρουν κάτι τέτοιο, συνεπώς καλύτερα θα είναι να χωρίσουμε μια ώρα αρχύτερα τα “τσανάκια” μας. Απλό και κατανοητό, ακόμα και για τον πιο αδαή, αλλά βομβαρδισμένο επί μια τετραετία με οικονομική τρομολαγνεία Γερμανό ψηφοφόρο.

Η Ανγκέλα Μέρκελ προφανώς και δε μπορεί πια να βάλει πάλι το κεφάλι μέσα στην άμμο και να κάνει ότι δεν έχει πάρει είδηση τίποτε. Το δυσάρεστο είναι ότι όλες οι ενδείξεις αλλά και “προϊστορία” της συνηγορούν, στο ότι ο τρόπος με τον οποίο θα αποφασίσει να αντιμετωπίσει τους “ευρωαρνητές” κάθε άλλο παρά θαρραλέος θα είναι. Οποιος ονειρεύεται ότι η γερμανίδα καγκελάριος θα προτάξει το ανάστημά της και θα μιλήσει στον φιλήσυχο Γερμανό καταθέτη, συνταξιούχο, εργαζόμενο, στην περιβόητη “Σουηβή νοικοκυρά” για ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και άλλα τέτοια ρομαντικά, καλό θα είναι να ξυπνήσει εγκαίρως. Γιατί αύριο τα όνειρα μπορεί να έχουν γίνει εφιάλτης.

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Γιούνκερ ανακατεύει την τράπουλα

Από το news247

Μπορεί ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ να είχε κάποια στιγμή στο παρελθόν δυσκολευτεί, όταν ως πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου χρειάστηκε να σχηματίσει την “ομάδα” των υπουργών του. Αλλά προφανώς ποτέ δεν αντιμετώπισε κάτι τόσο περίπλοκο, όπως το να καταλήξει στην σύνθεση της νέας Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της οποίας και θα προεδρεύει από την 1η του ερχόμενου Νοεμβρίου. Πάνω από 50 σχετικά προσχέδια προηγήθηκαν, όπως τουλάχιστον διέρρευσε, της τελικής σύνθεσης και κατανομής αρμοδιοτήτων, την οποία και θα μάθουμε επίσημα εντός των επόμενων ωρών. Ο 60χρονος πολιτικός κατάφερε τελικά να βρει και... γυναίκες αφού το Ευρωκοινοβούλιο είχε απειλήσει -και το εννοούσε- ότι θα καταψήφιζε τη νέα Κομισιόν αν αυτή δεν είχε τουλάχιστον 9 κυρίες στην σύνθεσή της.
Κατάφερε επίσης να κρατήσει λίγο έως πολύ και τις πολιτικές ισορροπίες, μοιράζοντας τα σημαντικά χαρτοφυλάκια, έτσι ώστε να ικανοποιήσει σε γενικές γραμμές και τις μεγάλες χώρες και τις τρεις μεγαλύτερες πολιτικές οικογένειες στην Ευρώπη: Χριστιανοδημοκράτες, Σοσιαλδημοκράτες και Φιλελύθερους. Αλλά όλα αυτά αποτελούσαν παραδοσιακά μέρος του παιχνιδιού, που παίζεται κάθε πέντε χρόνια μεταξύ Βρυξελλών και υπόλοιπων ευρωπαϊκών πρωτευουσών, σαν συνέπεια των ευρωεκλογών.
Ο κ. Γιούνκερ ξέρει όμως ότι τίποτα δεν είναι πια όπως πριν. Και ότι πρέπει να στείλει και στους πολίτες που έχουν κουραστεί από την παρέμβαση της ευρωκρατίας στην καθημερινότητά τους το μήνυμα ότι αυτή τη φορά κάτι θα αλλάξει για το συμφέρον τους.
Βεβαίως δεν περιμένει κανείς από έναν δεδηλωμένο οπαδό του νεοφιλελευθερισμού να κάνει κάποια μεγάλη πολιτική στροφή. Ο Λουξεμβούργιος πολιτικός δεν πρόκειται να αλλάξει χαρακτήρα και απόψεις τώρα. Αυτό που αποφάσισε να κάνει ήταν να αναδιοργανώσει τον τρόπο λειτουργίας της Επιτροπής, προκαλώντας πάντως και αρκετές γκρίνιες σε κάποιες γενικές διευθύνσεις, που τώρα απειλούνται με εξαφάνιση. Αλλωστε ήταν γνωστό ότι η γραφειοκρατία ήταν αυτή που συνήθως “κυβερνούσε” ως τώρα, πολύ περισσότερο από ότι οι ίδιοι οι Επίτροποι, σε ένα σύστημα, που είναι τόσο αυστηρά δομημένο και ιεραρχικό, ώστε ακόμα και υψηλόβαθμα στελέχη του να το αποκαλούν συχνά αυτοσαρκαζόμενα ως “σοβιετικού τύπου”.
Η καινοτομία του Γιούνκερ θα είναι ότι θα καταργήσει κάποια από τα παλιά χαρτοφυλάκια και θα ορίσει έξι ισχυρούς αντιπροέδρους, οι οποίοι και θα “εποπτεύουν” τους συναδέλφους τους στο πλαίσιο κάποιων μεγάλων θεματικών “κύκλων” που θα “συνδέουν” τα χαρτοφυλάκια μεταξύ τους. Με αυτόν τον τρόπο γλυτώνει κάποιους μελλοντικούς επιτρόπους από τα σαρκαστικά σχόλια, που προκαλούσε η ενασχόληση τους με χαρτοφυλάκια, όπως αυτό της “πολυγλωσσίας”. Υπάρχουν βέβαια ήδη και οι σχετικές γκρίνιες για την κατάργηση κάποιων άλλων χαρτοφυλακίων, που ορισμένες χώρες εξακολουθούν να θεωρούν σημαντικά, όπως αυτό της διεύρυνσης. Οπως επίσης και επικρίσεις ότι Επίτροποι χωρίς συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο μπορεί να είναι πιο επιρρεπείς στο να “λουφάρουν”. Αλλά η νέα Κομισιόν θα έχει τώρα την ευελιξία να επιφορτίζει τους αντιπροέδρους και με έκτακτα “αντικείμενα εργασίας”. Ως παραδείγματα αναφέρονται η κρίση στην Ουκρανία ή γενικότερα η χρηματοπιστωτική κρίση, που επισκίασε σχεδόν τα πάντα την περασμένη πενταετία.
Είναι προφανές ότι ο κ. Γιούνκερ επιδιώκει να ανακατέψει την τράπουλα, στέλνοντας πολλαπλά μηνύματα. Προς τους πολίτες ότι θέλει μια πιο πολιτική Κομισιόν, που δεν θα ασχολείται αποκλειστικά με το πόσο ρεύμα καταναλώνουν οι τοστιέρες και τα πιστολάκια μαλιών. Προς τις κυβερνήσεις των μεγάλων χωρών, ότι δεν είναι διατεθιμένος να διαδεχτεί το Μανουέλ Μπαρόζο στο ρόλο της υπάκουης μαριονέτας. Και προς την ίδια την γραφειοκρατία, της οποίας και θα προϊσταται πολιτικά, ότι θα χρειαστεί να ξεβολευτεί ορισμένες φορές, για να μην χάσει οριστικά την βόλεψή της κάποια μέρα.
Το ερώτημα είναι αν αρκούν κάποιες τέτοιου τύπου δομικές αλλαγές για να μπορέσει να πάρει πάλι μπροστά το ευρωπαϊκό όχημα. Γιατί αυτό που έχει λείψει από την Ευρώπη τα τελευταία χρόνια ήταν ένα πραγματικό σχέδιο για μια άλλη πολιτική, που δεν θα υπακούει μόνο στις “αγορές” και δεν θα κοιτάει μόνο τους αριθμούς.

Οι αλλαγές που ετοιμάζεται να παρουσιάσει ο κ.Γιούνκερ θυμίζουν έτσι σε κάποιους τον οδηγό ενός λεωφορείου, που δεν “τραβάει” και αυτός αντί να ασχοληθεί να ψάξει το πρόβλημα της μηχανής, καλεί τους επιβάτες να αλλάξουν θέσεις μεταξύ τους. Ισως και να κατεβάσουν όλες τις αποσκευές τους από την καμπίνα στην μπαγκαζιέρα. Αλλοι πάλι λένε ότι είναι μια αρχή για αλλαγές σε έναν οργανισμό, που ως τώρα ενδιαφερόταν απλά να αυτοσυντηρηθεί, αρνιόταν πεισματικά να αξιολογήσει τον εαυτό του και να αλλάξει συνήθειες. Ο χρόνος θα δείξει ποιός τελικά έχει δίκιο. Αλλά ο χρόνος στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια έχει την κακή συνήθεια να τρέχει πολύ γρήγορα...

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Το “σύνδρομο Κοέλιο”


Δεν ήταν τελικά τυχαίο ότι στα τέλη του 20ου αιώνα, ξαφνικά σε όλες τις χώρες και σε όλες τις γλώσσες της Ευρώπης ένας “συγγραφέας” με ύφος, που συναγωνιζόταν εκείνο των εκθέσεων μαθητών γυμνασίου παρήγαγε το ένα “μπεστ σέλερ” μετά το άλλο, στηριγμένος σε γλυκανάλατες φράσεις του στυλ “αν θες κάτι πολύ, το σύμπαν θα συνωμοτήσει για να το αποκτήσεις”. Επρεπε να έχεις διαβάσει Πάουλο Κοέλιο για να είσαι “συμβατός” με την εποχή σου. Το νεοφιλελεύθερο αφήγημα είχε ανάγκη αυτό το “σύνδρομο Κοέλιο”, που απλοϊκά αλλά με την ακαταμάχητη ισχύ της “μόδας” έπειθε εκατομμύρια ανθρώπους ότι είναι τελικά στο χέρι τους να κάνουν το όνειρο τους πραγματικότητα. Ετσι κι αλλιώς τα απανωτά τηλεοπτικά σόου, επιβεβαίωναν το μύθο ότι μπορείς να γίνεις διάσημος, τραγουδιστής, ηθοποιός, ποδοσφαιριστής ή έστω συνοδός πλουσίων κυρίων με προοπτικές γάμου, αν το ήθελες και το προσπαθούσες πολύ.
Για τους πιο “ψαγμένους” τα ράφια με τα “ευπώλητα” των βιβλιοπωλείων είχαν γεμίσει με οδηγούς προσωπικής επιτυχίας και ευτυχίας. Κεντρική ιδέα: “Ο καθένας είναι μάνατζερ του εαυτού του, υπεύθυνος να πουλάει όσο το δυνατόν καλύτερα τις ικανότητές του και τις ιδέες του”. Υπεύθυνος για την επιτυχία του και την αποτυχία του. Ηταν μια πιο ευρωπαϊκή εκδοχή του “αμερικάνικου ονείρου”, η ευρωπαϊκή απομίμηση “της χώρας των απεριόριστων ευκαιριών”, όπως την αποκαλούσαν στον αγγλοσαξωνικό χώρο.
Είχες άλλωστε και ένα σωρό ζωντανά παραδείγματα, που επιβεβαίωναν το “δόγμα Κοέλιο”. Ο γείτονας με τη μεγαλύτερη από τη δική σου μεζονέτα, το βαρύτερο από το δικό σου τζιπ, το πιο ριψοκίνδυνο από το δικό σου δάνειο. Πλάνη ή μάλλον αποπλάνηση, αντί για καταπίεση. Αυτή ήταν η σοφή συνταγή, που ο νεοφιλελευθερισμός έδωσε στον “καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο” διανθίζοντας τον με μια τζούρα από οικολογικές ή ακόμα και κοινωνικές ευαισθησίες για τους “ανίκανους” που δεν άντεχαν τον ανταγωνισμό. Οι επιτυχημένοι δεν χρειάζονταν ούτε κοινωνικό κράτος, ούτε κοινωνική ασφάλιση, ούτε δημόσιες υπηρεσίες. Μπορούσαν να τα έχουν όλα μόνοι τους, να τα χρηματοδοτούν από τους καρπούς των επιτυχιών τους.
Γι αυτό και κάποιοι ένοιωθαν τόσο σίγουροι που μιλούσαν για “το τέλος της ιστορίας” και άλλα βαρύγδουπα, φέρνοντας σε αμηχανία την σοσιαλδημοκρατία αλλά ακόμα και κομμάτια της Αριστεράς, που δεν έβρισκε τρόπο να αντιμετωπίσει αυτή την ιδεολογική παλίρροια, που είχε παρασύρει κάθε αμφιβολία στο πέρασμα της.
Αυτή η ολοκληρωτική επικράτηση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας αποδείχτηκε ότι ήταν και το πιο στέρεο θεμέλιο ενός συστήματος, που κάποιοι πίστεψαν ότι κλονίστηκε με το σεισμό της Lehman Brothers. Γιατί είπαμε, δεν είσαι υπεύθυνος μόνο για την επιτυχία αλλά και για την αποτυχία σου. Αν το σύμπαν δεν συνωμότησε για να ικανοποιήσει την επιθυμία σου, φταις εσύ που δεν προσπάθησες αρκετά, δεν επέμεινες αρκετά, δεν υπέφερες αρκετά. Είσαι συνένοχος και θα πρέπει πρώτα να κοιταχτείς στον καθρέφτη. Και φυσικά από “μοναδικός” που ένοιωθες κάποτε τώρα αισθάνεσαι μοναχικός σε μια κοινωνία, που είχε θεοποιήσει τον ατομισμό και τον “ελεύθερο ανταγωνισμό” και είχε απαξιώσει τη συλλογικότητα και την αληλλεγγύη ως υποπροϊόντα για τους ανήμπορους ή τους τεμπέληδες. Μοναχικός και ένοχος, κάτι που στην ακραία του μορφή βρίσκει έκφραση στη βία ενάντια στον “αποτυχημένο εαυτό σου”: στην αυτοκτονία.
Για τη μεγάλη πλειοψηφία φυσικά η επιλογή είναι διαφορετική. Δε μπορείς να επαναστατήσεις εύκολα απέναντι στην “δική” σου κοσμοθεωρία. Προτιμάς να συνεχίσεις να ταξιδεύεις σε ένα κόσμο ψευδαισθήσεων, που κάποια στιγμή θα γίνουν πραγματικότητα. Ετσι δεν έλεγε και ο Κοέλιο; Και η Βερόνικα είχε κάνει λάθος, όταν αποφάσισε να πεθάνει...
Σε μια κοινωνία, που ταλανίζεται από τη φτωχοποίηση και την αβεβαιότητα οι μάζες ακόμα έκθαμβες συνεχίζουν να ανοίγουν το στόμα στα media, για να ταϊστούν με “γάμους της χρονιάς” στις Σπέτσες και “πάρτυ της δεκαετίας” στη Μύκονο. Ακόμα μέσα του ο αυτοενοχοποιημένος μικροαστός ονειρεύεται, με το βλέμμα σταθερά στην κλειδαρότρυπα, ότι μπορεί να του δοθεί η ευκαιρία να ξεφύγει από τη μιζέρια και να κάνει το άλμα προς το μαγικό κόσμο των επωνύμων. Και υποσυνείδητα κατηγορεί τον εαυτό του, που δεν τα κατάφερε και αυτός να σκαρφαλώσει στα πιο ψηλά σκαλοπάτια της κοινωνικής καταξίωσης.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι παραλογισμοί, οι ταχυδακτυλουργίες, οι αυταρχικές αποφάσεις της εξουσίας δεν οδηγούν σε αντίσταση, σε διαμαρτυρία, σε εξέγερση αλλά χωνεύονται με απάθεια και καρτερικότητα. Μπορεί πολλοί να ενοχλήθηκαν από την εκχυδαϊσμένη μορφή της φράσης “μαζί τα φάγαμε” αλλά αυτή η ακριβώς είναι η ουσία του “συνδρόμου Κοέλιο”, που διατρέχει ως κυρίαρχη λογική την εμποτισμένη με την κουλτούρα του lifestyle ελληνική κοινωνία. Η επιτυχία του βασίζεται στην απλοϊκότητά του. “Είμαστε όλοι -ατομικά- υπεύθυνοι για την κατάρρευση ενός μοντέλου που λατρέψαμε και υπηρετήσαμε με την καρδιά μας”. Αυτό δε λέει ουσιαστικά και σήμερα η “Κεντροαριστερά”, ακόμα και εκείνη που προσπαθεί υποτίθεται από νεωτεριστικές θέσεις να αμφισβητήσει το παλαιοκοκομματικό σύστημα;
Ο τρόπος που προσεγγίζουν τα προβλήματα της χώρας σήμερα κάποιες πολιτικές δυνάμεις θυμίζει εκείνους, που όταν ένα καράβι με υπεράριθμους επιβάτες πέσει στα βράχια αρχίζουν να κατηγορούν πρώτα τους επιβάτες για να χαρίσουν εύκολα άλλοθι στον καπετάνιο. Μπορεί να χρεώσουν το ναυάγιο ακόμα και σε εκείνον το δυστυχή, που εκμεταλλευόμενος τον χαμό στο κυλικείο δεν είχε πληρώσει νωρίτερα για την “καραβίσια” τυρόπιτα.

Υπάρχουν βέβαια και οι πιο “μοντέρνοι”, οι εν αναμονή, υπουργοί που λένε ότι αν ήταν αυτοί καπετάνιοι θα είχαν κάτσει στη σκάλα και θα μέτραγαν ένα-ένα τα κεφάλια και θα είχαν αποσοβήσει το μοιραίο. Το “σύνδρομο Κοέλιο” έχει πολλές εκδοχές, αμέτρητα παραμυθένια πλοκάμια, εξυπηρετεί πολλά γούστα. Γι αυτό και ακόμα αντέχει στις “αναποδιές” της πραγματικής ζωής.

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Η Μέρκελ κοίταξε πάλι την ουσία


Οσοι είχαν παρακολουθήσει κάπως πιο προσεκτικά τα όσα προηγήθηκαν του σχηματισμού της κυβέρνησης του μεγάλου συνασπισμού στη Γερμανία, στα τέλη του περασμένου χρόνου, μπορεί και να θυμούνται τα πλατιά χαμόγελα των σοσιαλδημοκρατών, όταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα βγήκε “λευκός καπνός” από την καγκελαρία. Η Ανγκέλα Μέρκελ, η οποία είχε δείξει να μην βιάζεται καθόλου για να σχηματίσει νέα κυβέρνηση, φάνηκε τελικά να υποχωρεί απέναντι στο SPD, σε σχέση με ορισμένες προεκλογικές εξαγγελίες αλλά και σε ότι αφορά στο μοίρασμα των υπουργείων. Για μια ακόμα φορά η γερμανίδα καγκελάριος δεν είχε πρόβλημα να αφήσει τους άλλους να κερδίσουν τις... εντυπώσεις και η ίδια να κρατήσει την ουσία. Κάτι που άλλωστε κατανοούν σταδιακά και εκείνοι που έλπιζαν τότε σε κάποια αλλαγή πολιτικής του Βερολίνου.
Κάτι αντίστοιχο έγινε και αυτό το καλοκαίρι, όταν παρά τις διακοπές τους οι ισχυροί της ΕΕ συνέχιζαν τις διαβουλεύσεις για το μοίρασμα των κορυφαίων αξιωμάτων της Ενωσης την ερχόμενη πενταετία. Εχοντας απέναντί της δύο πολιτικούς, που έχουν αποδεδειγμένα ως προτεραιότητά τους τις εντυπώσεις, τους κυρίους Ολάντ και Ρέντσι η γερμανίδα καγκελάριος φρόντισε να ασχοληθεί και πάλι με την ουσία. Είχε ήδη φροντίσει να διασφαλίσει ότι ο κεντροδεξιός Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, τον οποίο αρχικά ανοιχτά δήλωνε ότι δεν ήταν πρώτη επιλογή της, θα ήταν επικεφαλής μιας Κομισιόν στα μέτρα της. Εξασφάλισε για τον έμπιστό της γερμανόφωνο Πολωνό Ντόναλντ Τουσκ τη θέση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Απέρριψε κάθε ιδέα για μια πιθανή δεύρυνση αρμοδιοτήτων ενός μόνιμου επικεφαλής του Eurogrup, ακόμα και τώρα που φαίνεται ότι αυτή η θέση πάει σε έναν επίσης “δικό της άνθρωπο” τον Ισπανό Λουίς ντε Γκουίντος συντηρητικό υπουργό Οικονομικών. Πρόσφατα η κυρία Μέρκελ τον είχε εκθειάσει για τον τρόπο με τον οποίο προώθησε τη “δημοσιονομική προσαρμογή” στην πατρίδα του. Και τέλος εξασφάλισε μια θέση αντιπροέδρου της Κομισιόν για τον επίσης συντηρητικό και πιστό στην τήρηση της πολιτικής λιτότητας με θρησκευτική ευλάβεια, πρώην πρωθυπουργό της Φινλανδίας Γιούρκι Κάταϊνεν.
Ολα αυτά είχαν συζητηθεί και απασχολήσει πολύ λιγότερο τα μέσα ενημέρωσης σε Γαλλία και Ιταλία. Εκεί το βάρος είχε πέσει στο αν θα πάρει η προστατευόμενη του Ματέο Ρέντσι, Φεντερίκα Μογκερίνι την θέση της ύπατης εκπροσώπου εξωτερικής πολιτικής, κάτι που τελικά έγινε και στο αν επίτροπος οικονομικών υποθέσεων θα οριστεί ο Πιέρ Μοσκοβισί, κάτι που θεωρείται πολύ πιθανό πλέον.
Οι δύο αυτοί διορισμοί ικανοποιούν τον μεσογειακό εγωϊσμό, αφού μπορούν να μπουν σε πρωτοσέλιδες προθήκες “επιτευγμάτων” του Ιταλού πρωθυπουργού και του Γάλλου προέδρου. Οτι ο Μοσκοβισί θα έχει άγρυπνο φρουρό πάνω από το κεφάλι του τον Γ.Κάταϊνεν, ο οποίος μπορεί να του ρίχνει και καμιά ξυλιά στο χέρι αν... παραφερθεί, δεν απασχολεί τόσο τους Παρισίους. Οπως δεν απασχολούν και οι ξυλιές, που ήδη τρώει κάθε τόσο ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι από το δίδυμο Μέρκελ-Σόιμπλε, αν τολμήσει να υπονοήσει, ότι τάσσεται υπέρ μιας πολιτικής χαλάρωσης. Οπως δεν απασχολεί τους Ρωμαίους θαυμαστές του “λαμπερού” Ρέντσι ότι το αξίωμα της χαϊδεμένης του Φεντερίκας περισσότερο για ταξίδια αναψυχής και ...δημόσιας εμφάνισης προσφέρεται παρά για άσκηση πραγματικής εξωτερικής πολιτικής. Και σίγουρα ελάχιστη επιρροή μπορεί να έχει στην “στροφή” πολιτικής, που υποτίθεται θέλει να απαιτήσει η ιταλική κυβέρνηση για την Ευρώπη.
Η κυρία Μέρκελ ήταν όμως ακόμα πιο γενναιόδωρη, αφού “χάρισε” σε Ρέντσι και Ολάντ και από μια σύνοδο (εντυπώσεων) για την ανάπτυξη και την οικονομία γενικώς, σε Ρώμη και Παρίσι, το Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη αντίστοιχα και τους άφησε μάλιστα να τσακώνονται για το ποιός είχε την πατρότητα της “πρωτοποριακής” αυτής ιδέας. Λες και θυμάται πια κανείς, ποιός είχε την πατρότητα της ιδέας για τις τόσες συνόδους κορυφής, που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια για την απασχόληση, με τα γνωστά -ανύπαρκτα- αποτελέσματα.

Το φθινόπωρο θα τους βρει έτσι όλους ευχαριστημένους. Το ποιός έχει όμως προνοήσει πραγματικά να μην “παγώσει” τον ερχόμενο χειμώνα θα το δούμε όταν φτάσει... η ώρα του.

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Σόιμπλε-Λάμερς

Σόιμπλε και Λάμερς μας σερβίρουν τώρα ξαναζεσταμένο φαγητό. Το περίφημο κείμενό τους για την Ευρώπη των "πολλών ταχυτήτων" ή της "ευέλικτης ολοκλήρωσης" είχε πρωτοεμφανιστεί το 1994 και είχε απορριφθεί από το σύνολο των Ευρωπαίων... άνευ επαίνων. Αλλά άμα έχεις εμμονές δεν τις εγκαταλείπεις ποτέ... ή αλλιώς φροντίζεις να προσαρμόσεις σταδιακά την πραγματικότητα στις φαντασιώσεις σου...

Δεξιοί και Αδέξιοι

Δημοσιεύτηκε στη Μεταρρύθμιση

Η φιλικά διακείμενη προς του σοσιαλδημοκράτες “Ζουντντόιτσε Τσάιτουνγκ” του Μονάχου έγραφε το Σάββατο το βράδυ, ότι η Κεντροαριστερά διαχειρίστηκε με απίστευτη αδεξιότητα το ζήτημα της κατανομής των κορυφαίων θέσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αν κοιτάξει κανείς τα όσα συνέβησαν από την περίοδο πριν τις ευρωεκλογές και μετά στην Ευρώπη θα δει ότι δεν έχει και πολύ άδικο. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία κατέβηκε με στόχο να αναδειχτεί πρώτη δύναμη στην εκλογική μάχη της 25ης Μαΐου, να επιβάλει τον Μάρτιν Σουλτς ως πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και να “αλλάξει την ατζέντα” στην Ευρώπη, η οποία ακόμα και κατά τον “Εconomist” φαίνεται να οδηγείται οριστικά στα βράχια δεμένη πίσω από το γερμανικό καράβι της τυφλής λιτότητας, που εδώ και μια πενταετία μοιάζει να έχει κλειδώσει το πηδάλιο και δε μπορεί να στρίψει.
Ποιό ήταν το αποτέλεσμα; Η “Κεντροαριστερά” ψήφισε τελικά “με το κεφάλι ψηλά” τον Γιούνκερ, ο Σουλτς επέστρεψε με ελαφρά πηδηματάκια στο αξίωμα, που υποτίθεται ότι είχε εγκαταλείψει και η γερμανική κυβέρνηση έχει την ευχέρεια όχι μόνο να μην συζητά καν για αλλαγή πορείας του νεοφιλελεύθερου Επιβατηγού/Οχηματαγωγού αλλά και να κάνει ανασχηματισμό ακόμα και στη Γαλλία...
Από το Σάββατο το βράδυ η ΕΕ έχει πρόεδρο της Κομμισιόν Χριστιανοδημοκράτη και πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου επίσης. Ο Ντόναλντ Τουσκ είναι σίγουρα ένας ικανός πολιτικός. Αλλά είναι συντηρητικός. Με πολύ πιο “καθαρές” απόψεις σχετικά και από τον προκάτοχό του Χέρμαν φαν Ρομπάι. Και το γεγονός ότι η μόνη γλώσσα, που ουσιαστικά μιλάει είναι γερμανικά δεν αποτελεί απλά ζήτημα συμβολισμού. Οσο για τη “λεπτομέρεια” ότι θα προεδρεύει στις πιθανές έκτακτες συνόδους των μελών της Ευρωζώνης, στην οποία η χώρα του δεν συμμετέχει, σημαίνει ότι πολύ δύσκολα θα μπορεί να προτείνει “δικά του” πράγματα στους ισχυρούς αυτού του κλειστού κλαμπ. Είναι προφανές ποιός θα συνεχίσει να έχει την “πρωτοβουλία κινήσεων και προτάσεων” τη στιγμή μιας ενδεχόμενης μεγάλης κρίσης. Και δεν είναι τυχαίο, ότι ο μόνος Ευρωπαίος ηγέτης που βγήκε το Σαββατόβραδο να πανηγυρίσει για την εκλογή του ήταν η Ανγκέλα Μέρκελ.
Αν και εδώ στην Ελλάδα το ξεχνάμε, η Πολωνία είναι μια από τις πιο μεγάλες πληθυσμιακά χώρες της ΕΕ. Και διεκδικεί εδώ και καιρό και το αντίστοιχο πολιτικό βάρος, που της αναλογεί. Κουβαλώντας φυσικά όλες τις προκαταλήψεις και καχυποψίες, που ιστορικά έχουν προκύψει αλλά και έχουν διαχρονικά καθορίσει τη σχέση της με τη Ρωσία. Η επιλογή λοιπόν ενός Πολωνού για την επάνδρωση αυτού του αξιώματος, σε μια τόσο ευαίσθητη φάση στις ευρωρωσικές σχέσεις αφήνει να διαφανούν και οι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί του Βερολίνου, την ώρα που στην Ουκρανία διεξάγεται ένας ακήρυχτος πόλεμος-αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό και της προηγούμενης ανεύθυνης γερμανικής πολιτικής.
Θα αντιτείνει κανείς ότι με την επιλογή της Φεντερίκα Μογκερίνι οι σοσιαλδημοκράτες πήραν και αυτοί κάτι από την μοιρασιά. Μόνο που αυτή τη θέση, της Υπατης Εκπροσώπου Εξωτερικής Πολιτικής, την είχαν ήδη “κερδίσει” την περασμένη πενταετία για χάρην της Βρετανίδας Λαίδης Αστον. Η παρέμβαση της τελευταίας στην εξωτερική πολιτική ήταν τόσο μεγάλη όσο και αυτή ενός κηπουρού στο περίπλοκο μενού ενός πανάκριβου εστιατορίου... με κήπο. Και όσο και αν θέλει να ελπίζει κανείς ότι η 40χρονη Ιταλίδα υπουργός Εξωτερικών θα είναι πιο δραστήρια και θα επιδιώξει μεγαλύτερη επιρροή, όλα τα στοιχεία συνηγορούν για το αντίθετο. Από τη δική της έλλειψη εμπειρίας μέχρι τους θεσμικούς περιορισμούς του αξιώματός της, που θυμίζει περισσότερο ένα “διπλωμάτη πολυτελείας” παρά ένα “δημιουργό πολιτικής”. Προφανώς και σε αυτή την περίπτωση ο Ματέο Ρέντσι έδωσε μεγαλύτερη σημασία στην εικόνα και όχι στην ουσία.
Αλλωστε μην ξεχνιόμαστε. Ο Μάρτιν Σουλτς έλεγε και ξαναέλεγε, ότι από τη στιγμή που ο πρόεδρος της Κομισιόν θα είναι κεντροδεξιός, η θέση που θα έπρεπε να διεκδικήσει η “Κεντροδεξιά” ήταν αυτή του Προέδρου του Συμβουλίου. Αλλά προφανώς δεν είχε ούτε τα κότσια, ούτε τη συνοχή, ούτε το σχέδιο για να την απαιτήσει.

Καλές και άγιες λοιπόν οι κατά καιρούς “παλικαρίσιες” διαφοροποιήσεις των Ολάντ, Ρέντσι ή Γκάμπριελ από τον “Μερκελισμό” και οι υποσχέσεις τους για “ανάπτυξη” αλλά το καλαθάκι της σοσιαλδημοκρατίας είναι σήμερα ακόμα πιο άδειο από ότι πριν τις ευρωεκλογές. Γιατί ο Μερκελισμός δεν είναι κάποια ασαφής, θεωρητική ιδεολογία αλλά μια κυνική, καθημερινή, πρακτική άσκηση πολιτικής, βασισμένη απόλυτα στον υπολογισμό κόστους-κέρδους. Σε αυτή την λογική έχει εγκλωβιστεί εδώ και χρόνια και η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά, στο όνομα της προσπάθειας της να παραμείνει “υπέυθυνη και κυβερνώσα”. Δεν είναι λοιπόν απλά ζήτημα αδεξιότητας. Δεν κέρδισαν απλά οι Κεντροδεξιοί απέναντι στους Κεντρο-αδέξιους.Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο. Αμφίβολο είναι αν προβλέψιμα μπορούν να χαρακτηριστούν και τα όσα θα συντελεστούν την ερχόμενη πενταετία στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Σκωτσέζικο ντους, αλλά για ποιόν;

Δεν ξέρω τι στοιχεία μπορεί να έχουν συγκεντρώσει σχετικά οι επιστήμονες, αλλά προφανώς ένα ζευγάρι, που έχει συζητήσει εκ των προτέρων και αναλυτικά όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες για το τι θα συνέβαινε αν αποφάσιζε να χωρίσει, προφανώς θα το αποφασίσει και πιο εύκολα κάποια στιγμή να χωρίσει πραγματικά. Κάπως έτσι προφανώς σκέφτονται και στις Βρυξέλλες για αυτό και αποφεύγουν να πάρουν θέση στο ερώτημα, που συχνά τους έχει τεθεί σχετικά με το μέλλον της Σκωτίας, αν αυτή αποφάσιζε να πάρει διαζύγιο από τη Μεγάλη Βρετανία.
Στις 18 Σεπτεμβρίου οι Σκωτσέζοι καλούνται να αποφασίσουν μέσω δημοψηφίσματος αν θέλουν την ανεξαρτησία τους. Αν αποφανθούν υπέρ του “ΝΑΙ”, αυτή θα ανακηρυχτεί και επίσημα το Μάρτιο του 2016, ύστερα δηλαδή από 18 μήνες. Χρόνος που στο Εδιμβούργο θεωρούν ότι θα τους φτάσει για να ρυθμίσουν όλες τις εκκρεμότητες που θα προκύψουν τόσο με το Λονδίνο όσο και διαθνώς. Αλλά ενώ το θέμα της σχέσης με την ΕΕ παρέμεινε κυρίαρχο κατά τη διάρκεια της μακράς αντιπαράθεσης των δύο στρατοπέδων, τα όργανα και οι εκπρόσωποι της Ενωσης αρνούνται σθεναρά να πάρουν την οποιανδήποτε θέση.
Το παράδοξο είναι ότι οι Σκωτσέζοι παραδοσιακά δηλώνουν πολύ περισότερο φιλοευρωπαίοι από τους υπόλοιπους Βρετανούς. Και αυτό αποτελεί και ένα ισχυρό χαρτί στα χέρια του Λονδίνου, που άλλοτε έμμεσα και άλλοτε πολύ πιο άμεσα έχει στείλει το μήνυμα ότι η διαδικασία μετατροπής της Σκωτίας στο 29ο μέλος της ΕΕ δεν θα είναι καθόλου απλή και σίγουρα δεν θα τρέξει στον αυτόματο πιλότο. Από την άλλη οι Σκωτσέζοι πολίτες, που θέλουν και την αυτονόμηση από το Λονδίνο αλλά και την ιδιότητα του μέλους της ΕΕ φοβούνται ότι η βρετανική κυβέρνηση που θα έπρεπε θεωρητικά να εγκρίνει την ένταξη τους με βάση την αρχή της ομοφωνίας της Ενωσης, ίσως να αποφάσιζε να κινηθεί “εκδικητικά” και να τους τους άφηνε για απροσδιόριστο διάστημα στο θάλαμο της αναμονής.
Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα ερωτηματικά, που θα κρίνουν ίσως και την έκβαση του δημοψηφίσματος, μαζί με το ζήτημα του νομίσματος. Οι Σκωτσέζοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία νοιώθουν μια χαρά με τη λίρα και θα ήθελαν να την διατηρήσουν ακόμα και αν ανεξαρτητοποιηθούν. Κάτι που η Τράπεζα της Αγγλίας θεωρεί ότι “δεν παίζει” ως σενάριο.
Φυσικά η διστακτικότητα των Βρυξελλών αλλά και των περισότερων κυβερνήσεων στην Ευρώπη να προσφέρουν ένα “χάρτη πορείας” στη σκωτσέζικη κοινή γνώμη δεν έχει να κάνει μόνο με το ότι δεν θέλουν να δυσαρεστήσουν το δύστροπο Λονδίνο, με το οποίο έχουν και άλλες ανοιχτές υποθέσεις. Ο Ντέιβιντ Κάμερον, αν παραμείνει πρωθυπουργός θα προχωρήσει σε “δικό του” δημοψήφισμα το 2017 για να επανδιαπραγματευτεί τη σχέση της Βρετανίας με την ΕΕ.
Υπάρχει κυρίως ο φόβος ότι σε μια Ευρώπη που δείχνει τα τελευταία χρόνια συνεχή σημάδια αποσύνθεσης, μπορεί να άνοιγε η όρεξη και άλλων περιφερειών για την ανεξαρτητοποίησή τους από το σημερινό εθνικό τους κράτος. Κορυφαίο παράδειγμα που αναφέρεται σχετικά είναι εκείνο της Καταλωνίας. Για αυτό και η ισπανική κυβέρνηση δείχνει την μεγαλύτερη ¨αλληλεγγύη” με το Λονδίνο και ο Ισπανός υπουργός εξωτερικών έχει προειδοποιήσει και αυτός ότι η ένταξη της Σκωτίας ως ισότιμου μέλους στην μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια δεν είναι κάτι το αυτονόητο και άμεσα υλοποιήσιμο.
Βεβαίως οι “ευρωαξιωματούχοι” ελπίζουν ότι τελικά θα αποφύγουν το κρίσιμο ερώτημα, αφού σε όλες σχεδόν τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών το ΟΧΙ (στην ανεξαρτησία) βρίσκεται καθαρά μπροστά. Κάποιες νίκες στα σημεία του Αλεξ Σόλμοντ, ηγέτη της εκστρατείας του ΝΑΙ, στα τελευταία ντιμπέιτ έχουν ανεβάσει πάντως τα ποσοστά που φέρεται να κερδίζει το στρατόπεδο του. Και αυτό έχει καταγραφεί με τη σχετική ανησυχία ακόμα στις φαινομενικά βρισκόμενες σε “κατάσταση νάρκης” Βρυξέλλες, όπου η βασική ενασχόληση αφορούσε τις υπόγειες διαβουλεύσεις για το μοίρασμα των ανώτατων κοινοτικών αξιωμάτων. Ισως βέβαια αυτή η χρονική συγκυρία με το μεταβατικό χαρακτήρα, αμέσως μετά τις ευρωεκλογές να ενίσχυσε και παραλυτικά φαινόμενα. Ομως αναμφισβήτητα η πάγια λογική Μέρκελ “δεν ασχολούμαστε με ένα πρόβλημα, μέχρις ότου ορθωθεί μπροστά μας αξεπέραστο” δεν έχει βρει την έκφρασή του μόνο σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής, αλλά διαπερνά συνολικά την κοσμοθεωρία της ευρωπαϊκής πολιτικής γραφειοκρατίας. Κάποιοι υποστηρίζουν όμως ότι αυτό δεν είναι και τόσο ειλικρινές απέναντι στους Σκωτσέζους, που καλούνται να πάρουν μια απόφαση που θα κρίνει το μέλλον τους για τις επόμενες δεκαετίες, χωρίς να γνωρίζουν τις πιθανές συνέπειες της ετυμηγορίας τους.
Αλλοι πάλι λένε ότι τουλάχιστον γλύτωσαν από τα διλήμματα, που είδαν κάποιοι άλλοι λαοί του Νότου να τους επιβάλλονται από τους ηγέτες των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης που τους καλούσαν κάθε φορά να ψηφίσουν “σωστά” για να μην οδηγηθούν στο χάος και την καταστροφή.

Ισως τελικά το σκωτσέζικο ντους να μην είναι τόσο παγωμένο. Ισως οι Σκωτσέζοι να φοβηθούν το άγνωστο και να απορρίψουν το ΝΑΙ. Αλλά η στάση της ΕΕ, για μια ακόμα φορά, δείχνει μια Ενωση που φτιάχτηκε με το σκεπτικό ότι θα επικρατεί πάντα ηλιοφάνεια στην ήπειρο μας και όποτε ξεσπάσουν καταιγίδες κάποιοι τρέχουν απεγνωσμένα να αναζητήσουν ομπρέλες. Εκτός από τους ελάχιστους προνοητικούς, που είχαν φροντίσει έγκαιρα να κάνουν τα κουμάντα τους. “Σιδεροκέφαλος” κύριε Τουσκ!

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Ευρω-κοινωνικός τουρισμός

Είναι ωραίο να μιλάς σε θεωρητικό επίπεδο για μια Ευρώπη των πολιτών, χωρίς σύνορα και διακρίσεις, αλλά η ζωή καμιά φορά δεν θέλει να συμβαδίσει με τις φαντασιώσεις σου. Ειδικά όταν η πολιτική της λιτότητας έχει ανοίξει διάπλατα την ψαλίδα του βιοτικού επίπεδου των πολιτών εντός της ΕΕ. Σε μια Ευρώπη πραγματικά “Ηνωμένων Πολιτειών” θα ήταν αυτονόητο ότι ο πολίτης μιας φτωχής χώρας, που μαστίζεται από την ανεργία θα μπορούσε να “μετακομίσει” ελεύθερα σε μια άλλη “περιοχή” και να απολαμβάνει ισότιμα όλες τις προβλεπόμενες κοινωνικές παροχές.
Φυσικά Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης δεν υπάρχουν αλλά στη θεωρία η μετακίνηση αυτή είναι δυνατή. Και κάποιοι Ευρωπαίοι πολίτες αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν αυτή τη δυνατότητα, μεταναστεύοντας -πού αλλού- στη Γερμανία. Πριν από τις εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου αλλά και πριν από τις πρόσφατες ευρωεκλογές η ακροδεξιά αλλά και οι Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας είχαν κάνει σημαία τους την μάχη ενάντια στον “κοινωνικό τουρισμό”, όπως θα μπορούσαμε να τον αποδώσουμε σε ελεύθερη μετάφραση.
Στο στόχαστρο είχαν μπει οι “φτωχοί νεο-μετανάστες” από την Ανατολική Ευρώπη, κυρίως από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Στόχος τους δεν ήταν βεβαίως ο... τουρισμός αλλά η εξασφάλιση των στοιχειωδών αναγκών, που δεν καλύπτονταν στις χώρες τους από ένα ανύπαρκτο κοινωνικό κράτος και στη συνέχεια η αναζήτηση δουλειάς. Ευτυχώς στο στόχαστρο δεν έχουν μπει (ακόμα;) οι Ελληνες νεο-μετανάστες στη Γερμανία.
Το θέμα προκάλεσε πολλές αντιπαραθέσεις και έφερε σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση Μέρκελ, που από τη μια πρέπει να προσέχει πάντα τις “διαρροές” προς τα δεξιά της, από την άλλη δεν θέλει να κατηγορηθεί και για λαϊκισμό. Τα στοιχεία δείχνουν ότι έτσι και αλλιώς το φαινόμενο δεν έχει τόσο γιγαντιαίες διαστάσεις, όπως θέλουν να το παρουσιάσουν ορισμένοι. Ο αριθμός Βούλγαρων και Ρουμάνων, που ζουν στη Γερμανία των 82 εκατομυρίων κατοίκων υπολογίζεται ότι έφτανε τις 181.000 το 2012. Συνολικά ο αριθμός των πολιτών της ΕΕ που ζουν μόνιμα εκεί έφτασε στα τέλη του περασμένου χρόνου τα 3,1 εκατομύρια.
Τώρα ο μεγάλος συνασπισμός αποφάσισε να κατευνάσει τους διαμαρτυρόμενους “πατριώτες” εισάγοντας μια νομοθεσία που προβλέπει αυστηρές ποινές, μέχρι και φυλάκιση ή απέλαση για πολίτες της ΕΕ, που καταχρώνται τις παροχές του κοινωνικού κράτους, εκείνους για παράδειγμα που εισπράττουν επίδομα τέκνων χωρίς να το δικαιούνται ή για εκείνους που δηλώνουν ψευδή στοιχεία για να αποκομίσουν διάφορα οφέλη. Επίσης περιορίζει το χρονικό διάστημα, που μπορεί να έχει στη διάθεσή του ένας Ευρωπαίος πολίτης για την αναζήτηση εργασίας στη Γερμανία.
Μπορεί η νέα νομοθεσία να μην είναι τόσο “δρακόντεια” όσο θα ήθελαν οι θεματοφύλακες της καθαρότητας του γερμανικού κοινωνικού κράτους αλλά η αντιπολίτευση και κάποιες πιο ψύχραιμες δημοσιογραφικές φωνές προειδοποιούν ότι αποτελεί ένα πολύ σημαντικό βήμα προς τα πίσω, σε ότι αφορά την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οχι γιατί θέλει να αντιμετωπίσει τις μάλλον περιορισμένες περιπτώσσεις καταχρήσεων και εξαπάτησης των κοινωνικών υπηρεσιών. Κυρίως γιατί “σηκώνει” ψηλά στην πολιτική ατζέντα το θέμα. Ουσιαστικά αποτελεί μια υποχώρηση απέναντι σε μια υπερβολική και φοβική προπαγάνδα συγκεκριμένων κύκλων. “Η όλη sυζήτηση βάζει στα σαλόνια λογικές διακρίσεων και προκαταλήψεων” επεσήμανε η ανθρωπιστική οργάνωση Caritas.
Δεν είναι βεβαίως το πρώτο δείγμα γραφής από τη μεριά της πολιτικής, ότι τα παλιά φιλόδοξα σχέδια, που ήταν πολύ της μόδας για να καθησυχάσουν τις φοβίες των εταίρων στα χρόνια της γερμανικής ενοποίησης, για μια Ευρώπη όπου πολίτες, αγαθά, υπηρεσίες και κεφάλαια θα κινούνται απεριόριστα μάλλον περιείχαν αρκετές παρενθέσεις. Και ότι ακόμα και στις πιο ισχυρές οικονομίες αυτό, που προέχει είναι το εθνικό συμφέρον. Ευρωπαϊκή προσέγγιση δεν υπάρχει, όπως φυσικά δεν υπάρχει και ευρωπαϊκή “κοινή γνώμη”

Ποιό είναι το συμπέρασμα; Απλό και όχι καινούριο. Για να μιλάμε για μια μεγάλη, ενιαία και ειρηνική Ευρώπη θα πρέπει να φτάσουμε σε ένα επίπεδο όπου οι διαφορές σε επίπεδο οικονομίας αλλά και κοινωνικού κράτους δεν θα είναι πια χαωτικές, όπου οι πολίτες θα νοιώθουν σε όποιο σημείο της Ευρώπης και αν βρίσκονται ισότιμοι στην καθημερινότητά τους και όχι στα λόγια. Αλλά η μέχρι τώρα πολιτική του Βερολίνου κάθε άλλο παρά δείχνει να ενισχύει αυτήν την πολυπόθητη “σύγκλιση”. Μάλλον δείχνει να βολεύεται με το αντίθετο.

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Μιά εξήγηση

Είχα διευκρινίσει κατά καιρούς, τόσο σε φίλους όσο και σε συναδέλφους δημοσιογράφους, ότι ποτέ δεν είχα στόχο ζωής την πολιτική ως επάγγελμα. Η “εξαίρεση”, που έκανα στις ευρωεκλογές είχε να κάνει με το γεγονός ότι η Ευρώπη είναι ο χώρος με τον οποίο ασχολούμαι επαγγελματικά εδώ και δυόμιση δεκαετίες. 
Θεώρησα λοιπόν ότι η δραστηριοποίηση μου μέσα από ένα καθαρά φιλοευρωπαϊκό κίνημα αποτελούσε μια ευκαιρία για να ακουστούν κάποια πράγματα, που παραδοσιακά ξεχνιούνται μέσα στην φούρια της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Ηταν μια πολύ ενδιαφέρουσα και χρήσιμη εμπειρία, όπως άλλωστε έχω γράψει ήδη.
Οπως επίσης αξέχαστη εμπειρία ήταν και η προετοιμασία του συνεδρίου του “Ποταμιού” στο Λαύριο. Αυτό ήταν και το χρονικό όριο, που είχα θέσει στον εαυτό μου για την ενασχόληση μου με την πολιτική, από τη θέση του εκπροσώπου τύπου. Αυτή ήταν και η συμφωνία μου με τον Σταύρο.
Είναι άλλωστε καθαρά προσωπικά τα κριτήρια, που καθορίζουν τις επιλογές του καθενός. Αυτό που πάντα με συγκινούσε και που αισθανόμουν ως “δικό μου” ήταν η δημοσιογραφία. Με αυτή θέλω να συνεχίσω να ασχολούμαι και πάλι, τώρα που η συμφωνία αυτή ολοκληρώθηκε.
Εύχομαι κάθε επιτυχία στο Σταύρο και στο Ποτάμι. Προφανώς και “δεν θα χαθούμε”. Υπάρχουν πλέον οι δομές και τα όργανα, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να προχωρήσει παραπέρα αυτή η προσπάθεια και φυσικά υπάρχουν και οι κατάλληλοι άνθρωποι, για να στελεχώσουν τις όποιες θέσεις αιχμής έχει ανάγκη ένα πολιτικό κίνημα. 


Κώστας Αργυρός

Νωπά και κατεψυγμένα

Την ώρα που εμείς ασχολούμαστε, με το αν θα πρέπει να επιλέξουμε πρόεδρο της Δημοκρατίας “κατεψυγμένο ή νωπό” στην αυγουστιάτικη Ευρώπη, συνεχίζουν να τρέχουν εξελίξεις που θα μπορούσαν να μας φέρουν μπροστά σε ένα φθινοπωρινό τοπίο, πολύ διαφορετικό από εκείνο που είχαμε στη φαντασία μας. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ ρίχνει κάποιες μπηχτές για την ανάγκη ενός μεγάλου σχεδίου επενδύσεων στην Ευρώπη και εξαγριώνει το Βερολίνο, που βλέπει πίσω από αυτό τις γαλλο-ιταλικές επιθυμίες για χαλάρωση της πολιτικής λιτότητας.
Η κυβέρνηση της Γαλλίας διαλύεται επειδή ο υπουργός Οικονομικών της δεν σταματούσε να στηλιτεύει την γερμανική εμμονή στην περίφημη “δημοσιονομική προσαρμογή”, που όχι μόνο δεν μειώνει τα χρέη των χωρών του Νότου αλλά οδηγεί τις κοινωνίες στα πρόθυρα ενός ιδιότυπου εμφύλιου πολέμου, όπου μοναδική έγνοια ανθρώπων φτωχοποιημένων και απελπισμένων είναι η καθημερινή τους επιβίωση.
Και την ίδια στιγμή η Σκωτία ετοιμάζεται για ένα δημοψήφισμα, που θα κρίνει την αποχώρηση της από τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία από τη μεριά της επιμένει ότι θα προχωρήσει σε άλλο δημοψήφισμα για να επαναδιαπραγματευτεί τη σχέση της με την ΕΕ, χωρίς και αυτή να αποκλείει την πλήρη αποχώρηση.
Το δημοψήφισμα στη Σκωτία που απέχει μόλις τρεις εβδομάδες έχει και ένα πρόσθετο ενδιαφέρον επειδή σε μια Ευρώπη, όπου οι αποσχιστικές τάσεις έχουν γίνει μόδα, μπορεί να αποτελέσει ένα “προηγούμενο”, για το οποίο οι Βρυξέλλες δείχνουν μέχρι τώρα ότι δεν έχουν ακριβώς σχέδιο για να το αντιμετωπίσουν. Κανείς δεν έχει καταλάβει για παράδειγμα αν η Σκωτία στην περίπτωση που αποφάσιζε ότι χωρίζουν οι δρόμοι της με την Αγγλία θα γινόταν αυτομάτως το επόμενο 29ο μέλος της ΕΕ. Ή τέλος πάντων ποιά ακριβώς θα είναι η διαδικασία που θα τηρηθεί, αφού στο Εδιμβούργο έχουν αποσαφηνίσει από πολύ νωρίς ότι θέλουν να παραμείνουν σε κάθε περίπτωση μέλος της Ενωσης. Το μόνο που φαίνεται να ελπίζει η Κομισιόν του κυρίου Μπαρόζο είναι ότι τελικά θα δικαιωθούν τα προγνωστικά, που δείχνουν ένα προβάδισμα του “ΟΧΙ” στην ανεξαρτησία και έτσι δεν θα χρειαστεί να πιάσουν στα χέρια τους μια ακόμα καυτή πατάτα.
Εμφανίζονται πάντως και κάποιες παραδοξότητες όπως για παράδειγμα να ιδρύονται οργανώσεις Πολωνών και Ιταλών μεταναστών, που τάσσονται υπέρ της ανεξαρτησίας με το σκεπτικό ότι θα προτιμούσαν να ζουν ως Ευρωπαίοι πολίτες σε μια ευρωπαϊκή Σκωτία, από το να βρεθούν ως “πολίτες δεύτερης κατηγορίας” σε ένα Ηνωμένο Βασίλειο εκτός ΕΕ. Αυτά και άλλα ενδιάφεροντα είναι οι “νωπές ειδήσεις” από την Ευρώπη, που θυμίζει ένα παλιό βαρύ χαλί με όμορφα σχέδια που έχει αρχίσει να ξεφτίζει και να ξηλώνεται στις άκρες του, χωρίς κανείς να μπορεί να βρει τρόπο να το συντηρήσει.

Αλλά εμείς προτιμάμε κατεψυγμένες αντιπαραθέσεις, που μας κρατάνε φρέσκους στον υπέροχο μικρόκοσμό μας. Βγάζουμε σέλφις σε ελληνικά νησιά και σε ευρωπαϊκά κτήρια που τα επισκεπτόμαστε ως τουρίστες και περιμένουμε τις (εσωτερικές) εξελίξεις του φθινοπώρου, όπως ακριβώς περιμέναμε και τις εξελίξεις της άνοιξης και τις εξελίξεις του καλοκαιριού και όπως θα περιμένουμε και τις εξελίξεις του ερχόμενου χειμώνα. Περιμένουμε γενικώς, απαθώς και ανεξόδως. Μέχρι κάποια στιγμή να καταλάβουμε ότι τελικά οι μεγάλες απώλειες συμβαίνουν σιωπηλά και απαρατήρητα.

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Το ΑΕΠ της ευτυχίας

Δημοσιεύτηκε στο news247

Ισως να ήταν απλά η πιο χαλαρή, “καλοκαιρινή” διάθεσή της μετά τις καθιερωμένες της διακοπές. Αλλά αυτή τη φορά η συνήθως ψυχρή πραγματίστρια Ανγκέλα Μέρκελ φρόντισε να “εκπλήξει” κάποιους, όταν παίρνοντας το λόγο σε μια συνάντηση οικονομολόγων στο Λίνταου, παραδέχτηκε ότι δεν αρκεί το ΑΕΠ για να μετρηθεί η ευημερία ενός λαού και πολύ περισσότερο η ευτυχία του. Ήρθε η ώρα να μετρηθούν και άλλοι “δείκτες” για να καταλήξει κανείς σε ασφαλή συμπεράσματα για το πόσο ευχαριστημένη είναι τελικά η γερμανική κοινωνία με την καθημερινότητά της. Δείκτες, που δεν είναι πάντα τόσο εύκολο να καθοριστούν.
Κάποιοι είπαν ότι η γερμανίδα καγκελάριος έκρουσε ανοικτές πόρτες. Η φράση “όταν ευημερούν ι αριθμοί δεν ευημερούν απαραίτητα και οι άνθρωποι” είναι ήδη χιλιοειπωμένη. Εδώ και χρόνια πολλοί “εναλλακτικοί” οικονομολόγοι φωνάζουν ότι δε μπορεί η “πρόοδος”, όπως έχουμε συνηθίσει να την θεωρούμε στο δυτικό κόσμο να μετριέται με βάση αποκλειστικά το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν. Πολύ περισσότερο όταν αυτός ο ψυχρός δείκτης συχνά πέφτει θύμα ταχυδακτυλουργών της δημιουργικής λογιστικής, που χρησιμοποιούν οι κυβερνήσεις και οι συμβουλάτορές τους.
Και μην πάει ο νους σας μόνο στις χώρες του Νότου. Μην λησμονούμε για παράδειγμα ότι πρόσφατα η Γερμανία αποφάσισε να αλλάξει τον τρόπο υπολογισμού του ΑΕΠ της, κατά το παράδειγμα και άλλων ευρωπαϊκών κρατών, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό και έσοδα από παράνομες δραστηριότητες όπως το εμπόριο ναρκωτικών. Ετσι κατόρθωσε να παρουσιάσει πρόσφατα μια άνοδο του ΑΕΠ, πολύ υψηλότερη της αρχικά αναμενόμενης. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, που αξίζει να συζητηθεί εξίσου σοβαρά. Αλλωστε από όσο γνωρίζουμε έχει κινήσει το ενδιαφέρον κάποιων φανατικών της στατιστικής και στην Ελλάδα.
Ας επιστρέψουμε στο πρόβλημα της “μέτρησης της ευτυχίας”. Από τους πρώτους που ζήτησαν από ειδικούς να δημιουργήσουν μια τέτοια μέθοδο μέτρησής της ήταν και ο Νικολά Σαρκοζύ το 2008. Οι οικονομολόγοι που επιφορτίστηκαν με τη σχετική έρευνα θεώρησαν ότι η πραγματική ευημερία μιας κοινωνίας θα πρέπει να συνυπολογίζει και πολλούς άλλους παράγοντες: το επίπεδο αλλά και το προσδόκιμο ζωής, την ποιότητα της παιδείας, της υγείας, του περιβάλλοντος. Επίσης την ασφάλεια που νοιώθουν συνολικά οι πολίτες και το πώς βλέπουν το μέλλον τους αλλά και τον ελεύθερο χρόνο που έχουν στη διάθεσή τους για να ασχοληθούν με αυτά που θέλουν και όχι με αυτά που “πρέπει”. Αντίστοιχη έρευνα ανέλαβαν να κάνουν και επιστήμονες κατ' εντολή της γερμανικής Βουλής το 2011. Και η αλήθεια είναι ότι επειδή εδώ δεν έχουν να κάνουν μόνο με ευρώ ή μάρκα, τα βρήκαν λίγο σκούρα.
Συνεπώς έχουν δίκιο εκείνοι που κατηγόρησαν την κυρία Μέρκελ ότι ανακάλυψε λίγο καθυστερημένα τον τροχό. Αλλά προφανώς η “μητερούλα” της Ευρώπης γνωρίζει ότι μια τέτοια έρευνα θα μπορούσε να καταστήσει ακόμα πιο ευχαριστημένους και άρα πιο ήσυχους τους ψηφοφόρους της. Δεν ξέρω βέβαια αν την βολεύει να αποκαλυφθεί πόσο γιγαντώθηκε η “απόκλιση” της ποιότητας ζωής μεταξύ των κοινωνιών της Ευρώπης.
Σκεφτείτε τη σύγκριση με την Ελλάδα και τις άλλες χώρες του Νότου. Πόσο ασφαλής νοιώθει σήμερα ο Ελληνας πολίτης για το μέλλον του και τι όνειρα μπορεί να κάνει; Πόσο έχει χειροτερέψει εκτός από το εισόδημά του και η ποιότητα ζωής του, από όποια πλευρά και αν επιχειρήσει να το δει; Ο Ελληνας που δεν ξέρει αν θα μπορεί να πληρώσει τα φάρμακα και τις εξετάσεις του, ο Ελληνας που δε είχε την “άνεση” να πάει διακοπές, ο Ελληνας που ξέρει ότι το χειμώνα θα αναπνέει αυτό υπέροχο άρωμα από τις “αναγεννηθείσες” ξυλόσομπες, ο Ελληνας που αναρωτιέται αν θα κλείσει το σχολείο της γειτονιάς του, ο Ελληνας που δεν του φτάνουν για να πληρώσει το εισιτήριο μιας συναυλίας ή ενός θεάτρου, ο Ελληνας που εύχεται στα παιδιά του να βρουν δουλειά στο εξωτερικό, ο Ελληνας που καθημερινά πληρώνει τις συνέπειες μιας άλλης δημιουργικής λογιστικής του παρελθόντος ακόμα και αν δεν ήταν συμμέτοχος στην συγγραφή της.
Θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο τελικά οι επιστήμονες να κατέληγαν πανευρωπαϊκά και παγκόσμια σε ασφαλείς μεθόδους μέτρησης της καθημερινής μας ευημερίας, που δεν θα στεκόντουσαν μόνο στο κατά κεφαλήν εισόδημα και στα εκάστοτε κρατικά “πλεονάσματα”. Για να καταλάβαιναν και εκείνοι, που ακόμα κάνουν ότι δεν βλέπουν, πόσο πίσω μας έχουν φέρει αυτά τα τελευταία πέντε χρόνια της δογματικής προσήλωσης αποκλειστικά και μόνο στην ευημερία των οικονομίστικων δεικτών. Πόσο έχουν βαθύνει το χάσμα σε μια Ευρώπη, που κάποτε είχε κάνει “σημαία” της την σύγκλιση.


Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

“Ο κυβερνήτης κύριος Φόβος σας καλωσορίζει”

Δημοσιεύτηκε στη Μεταρρύθμιση

Στο ιστορικό ερώτημα “ποιός κυβερνά αυτό τον τόπο” η απάντηση, που θα δώσει ο ιστορικός του μέλλοντος είναι απλή: ο φόβος. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της μεταπολίτευσης η ελληνική κοινωνία δεν ήταν τόσο απογοητευμένη από την πραγματικότητα και παράλληλα τόσο απρόθυμη να πάρει ρίσκα, φοβούμενη ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να της επιφέρει περισσότερα δεινά. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς διάνοια για να καταγράψει αυτή την τάση. Στις περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών οι πολίτες επέλεξαν αυτό, που θεώρησαν ότι θα τους “ξεβολέψει λιγότερο”, επειδή ακριβώς φοβήθηκαν να δοκιμάσουν το διαφορετικό.
Αυτό συνέβη ακόμα και στις περιπτώσεις, που φαινομενικά είχαμε “ανατροπή” της εκάστοτε κυβέρνησης. Το 2009 ο Κ.Καραμανλής έχασε επειδή ακριβώς τόλμησε να υπονοήσει στην ελληνική κοινωνία ότι η μέχρι τότε πολιτική του “ό,τι φάμε και ό,τι πιούμε” δε μπορούσε να συνεχιστεί άλλο. Η κοινωνία επέλεξε το “λεφτά υπάρχουνε” και βγήκε να πανηγυρίσει για τελευταία φορά τον εαυτό της και την επιλογή της.
Στη συνέχεια ο Γ. Παπανδρέου απομακρύνθηκε από το πηδάλιο όταν οι (αναμφισβήτητα αφελείς και αστήρικτες) ακροβασίες του έφεραν στον ορίζοντα το φόβο απώλειας του ευρώ. Από τότε αυτός ο φόβος αποτελεί ακαταμάχητο εργαλείο για όποιον θέλει να κερδίσει πολιτικές μονομαχίες.
Εχει γραφτεί συχνά ότι η μεγάλη “εφεύρεση” του νεοφιλελευθερισμού, που τον έχει οδηγήσει σε πλήρη ιδεολογική επικράτηση ήταν ακριβώς η ικανότητά του να αξιοποιεί το φόβο κοινωνικών στρωμάτων, που είναι “τακτοποιημένα” ή ακόμα καλύτερα αισθάνονται απλώς έτσι, απέναντι σε οποιαδήποτε αλλαγή που μοιάζει πια με απειλή.
Η σοσιαλδημοκρατία αποτελεί την καλύτερη πιστοποίηση αυτής της συντηρητικοποίησης της κοινωνίας και όχι μόνο στην Ελλάδα. Αλλά επειδή στη χώρα μας η κρίση χτύπησε με ιδιαίτερα αμείλικτο τρόπο αυτή η μεταστροφή γίνεται ακόμα πιο εμφανής. Το ΠαΣοΚ, που σε άλλες εποχές θριάμβευε με σημαία του την “Αλλαγή” τώρα υψώνει σε κάθε ευκαιρία το λάβαρο της σταθερότητας. Και ποντάρει στα πιο γερασμένα και φοβικά κομμάτια της κοινωνίας για να διατηρεί στη ζωή το μύθο μιας αδιευκρίνιστης προοδευτικότητας. Εχει πλέον καταντήσει “αστείο” να ακούει κανείς τους συνταξιούχους να εξοργίζονται, που κάθε τόσο είτε στα φανερά είτε στα μουλωχτά (όπως αυτό το μήνα) μειώνονται τα εισοδήματά τους και μετά να είναι αυτοί, που με την ψήφο τους συντηρούν μια σκουριασμένη καρικατούρα δικομματισμού, ακόμα και τώρα που αυτή για να γλυτώσει από την μνημονιακή παγωνιά φόρεσε το “παλτό” της συγκυβέρνησης. Αλλά ο φόβος της “καθόλου σύνταξης” καλλωπίζει την πραγματικότητα της “πετσοκομμένης σύνταξης”.
Το ίδιο με διαφορετικές αποχρώσεις ισχύει φυσικά και για άλλες ηλικιακές αλλά και κοινωνικές ομάδες. Αυτοί που φοβούνται ότι θα χάσουν το σπίτι τους, τη δουλειά τους, τις καταθέσεις τους συχνά μπορεί να μην διαθέτουν τίποτα από όλα αυτά. Ζουν απλά με την ουτοπία ότι ίσως κάποτε θα τα αποκτούσαν. Αποτέλεσμα κι αυτό του ατομισμού, που έχει καταστρέψει σε μεγάλο βαθμό την ιδέα της συλλογικότητας και φτιάχνει ανθρώπους, που μπορεί να αισθάνονται “μοναδικοί” στις καλές εποχές, αλλά βρίσκονται απελπιστικά “μοναχικοί” στις εποχές των μεγάλων απειλών.
Ο κυβερνήτης κύριος Φόβος καλωσορίζει καθημερινά εκατομμύρια Ελληνες σε ένα αεροσκάφος, που υπόσχεται να τους ταξιδέψει σε ονειρεμένες εικονικές πραγματικότητες αλλά στην ουσία μένει στάσιμο στο ίδιο σημείο, κολλημένο στο έδαφος, δίχως καύσιμα και άδεια πτήσης με τα μόνιτορ να προβάλουν εθνικό-πατριωτικά ντοκυμαντέρ από το παρελθόν και τα μεγάφωνα να παίζουν μελωδικές βερμπαλιστικές μακέτες από ένα χρονικά ακαθόριστο μέλλον.
Υπάρχει αυτή τη στιγμή μια πολιτική δύναμη, που θα μπορούσε να λειτουργήσει απελευθερωτικά από το φόβο; Η απάντηση είναι μάλλον απαισιόδοξη. Ακόμα και στην αντιπολίτευση αυτό που προσπαθούν να μηχανευτούν είναι πώς θα ανακαλύψουν ένα ακόμα πιο τρομακτικό σενάριο, που θα προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερο φόβο στους φοβισμένους. Οι προβλέψεις για τα ακόμα χειρότερα που έπονται ανικαθιστούν συνήθως τις προτάσεις για το τι θα πρέπει (ριζικά) να αλλάξει.
Ακόμα και στην “Κεντροαριστερά της ευθύνης” είτε αυτή κυβερνάει, είτε ονειρεύεται να το (ξανά)κάνει η προσπάθεια άγρας ψήφων περιορίζεται στην επίκληση των κινδύνων από μια ανεξέλεγκτη αλλαγή. Και κίνητρο παραμένει ο δικός της φόβος μήπως τελικά εξαϋλωθεί ανάμεσα στις συμπληγάδες του φοβισμού του σύγχρονου δικομματισμού. Οι μισοί φοβούνται μήπως τους κατασπαράξει η Αριστερά και οι άλλοι μισοί μήπως τους καταπιεί η Δεξιά. Προκρίνεται λοιπόν μια κοινότοπη διαπιστωσιολογία και μια άνευρη φρασεολογία των μικρών βημάτων, που δεν θα τρομάξουν ένα ταλαιπωρημένο μεν ακροατήριο, το οποίο έχει όμως εκπαιδευτεί να “χαλαρώνει”, όταν αισθάνεται ότι το “μπάζουν” για λίγο στον μαγικό κόσμο του lifestyle. Είναι πάντως ένα ζήτημα, όταν έχεις μάθει να καλλιεργείς συνεχώς φοβίες. Κάπου τελικά καταντάς και εσύ ο ίδιος υπόδουλός τους. Γιατί ως γνωστόν από αυτόν, που δε μπορείς να ξεφύγεις με τίποτα, είναι ο εαυτός σου.

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Το μαγικό κουτάκι του Γιούνκερ

Oσο και αν θέλει κανείς να απομακρύνει από το μυαλό του την υποψία, αυτή δεν λέει να αποχωρήσει: Η φράση “Δεν θα απογοητευτείτε”, που ξεστόμισε προς τους διψασμένους για καλά νέα ιθαγενείς δημοσιογράφους ο νέος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, όταν ρωτήθηκε για το χαρτοφυλάκιο που περιμένει στις Βρυξέλλες τον Δημήτρη Αβραμόπουλο, βρίσκεται μάλλον πάνω-πάνω στο κουτάκι με τις χρήσιμες ατάκες, που χρησιμοποιεί ο Λουξεμβούργιος πολιτικός αυτό το καλοκαίρι. Το να συνομιλείς με 27 πρωτεύουσες και να προσπαθείς να τους ικανοποιήσεις όλους, όταν μάλιστα τους... ενοχλείς και εν μέσω διακοπών, δεν είναι και η πιο εύκολη υπόθεση.
Εδώ και δύο μήνες περίπου η Ευρώπη συνεχίζει να ασχολείται με τον... εαυτό της. Για κάποιους αυτή είναι η καλύτερη μέθοδος αυτοκαταστροφής, σε μια περίοδο που σε μια σειρά από σημεία του πλανήτη, όχι και τόσο μακρινά μας, εστίες φωτιάς συνεχίζουν να καίνε, άλλες αναζωπυρώνονται και -το χειρότερο- νέες απειλούν να κάνουν ακόμα πιο καυτή την ατμόσφαιρα.
Ως ένα βαθμό είναι δικαιολογημένο. Ολοι συμφωνούν ότι η πορεία που θα χαράξει η ΕΕ για την επόμενη πενταετία μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για το μέλλον της σε βάθος χρόνου. Είναι λογικό λοιπόν όλοι και κυρίως οι πιο ισχυροί της Ευρώπης να θέλουν να επιβάλουν όσο γίνεται περισότερο τις δικές τους ιδέες και να μην αφήσουν τίποτα στην τύχη. Ομως αυτή η εσωστρέφεια, που λογικά θα συντηρηθεί μέχρι και τα μέσα του φθινοπώρου, απειλεί τελικά να αποδειχτεί μοιραία. Γιατί μπορεί ξαφνικά η Ευρώπη, όταν θα έχει λύσει το ζήτημα του μοιράσματος των καρεκλών στις Βρυξέλλες, να ανοίξει τα μάτια, να σηκώσει το βλέμμα και να βρεθεί μπροστά σε ένα πλανήτη που θα έχει αλλάξει πολύ, χωρίς ή ίδια να το έχει πάρει χαμπάρι.
Ωστόσο κανείς δεν δείχνει διατεθιμένος τώρα να βγάλει τα εθνικά γυαλιά και να σκεφτεί μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ο καβγάς Γερμανίας- Γαλλίας για τα χαρτοφυλάκια, που θα έχουν άμεση σχέση με την οικονομική πολιτική της Ενωσης είναι ενδεικτικός. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια τεράστια απόκλιση προτεραιοτήτων, που κάθε άλλο παρά προσπάθησε να κρύψει ο Φρανσουά Ολάντ, όταν αυτή την εβδομάδα ζήτησε από τη Γερμανία να κάνει κάτι περισότερο για να “τονώσει την ανάπτυξη στην Ευρώπη”. Προς το παρόν το μόνο που δείχνει πρόθυμο να κάνει το Βερολίνο είναι να αποτρέψει πάση θυσία την παράδοση του χαρτοφυλακίου των οικονομικών υποθέσεων στον Γάλλο Πιέρ Μοσκοβισί, τον οποίο θεωρεί ως έναν από τους μεγαλύτερους “αμαρτωλούς” σε ότι αφορά την παραβίαση του ιερού θέσφατου της λιτότητας. Κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα να αντιδρά το Παρίσι με την άρνησή να “χαρίσει” στον Γκύντερ Εττινγκερ το χαρτοφυλάκιο, που θα έχει σχέση με το εξωτερικό εμπόριο, τομέα ύψιστης σπουδαιότητας για την γερμανική οικονομία. Τέτοιου είδους αλληλοχτυπήματα, τσιμπήματα, σπρωξίματα, καραμπόλες καταγράφονται πολυάριθμα τις τελευταίες ημέρες και είναι αμφίβολο αν ο κύριος Γιούνκερ έχει στο κουτάκι του και άλλες συνταγές για να τα αντιμετωπίσει, εκτός από το προαναφερθέν “δεν θα απογοητευτείτε”.

Γιατί βέβαια ο Γιούνκερ δεν είναι μάγος. Μπορεί να μιλάει άψογα και γαλλικά και γερμανικά αλλά αν Παρίσι και Βερολίνο δεν αποφασίσουν να βρουν κοινή πολιτική γλώσσα, θα περιορίζεται απλά σε ένα ρόλο δραγουμάνου... Παράδειγμα: Η γερμανική βιομηχανία κατέγραψε τον περασμένο Ιούνιο και για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια μείωση στις παραγγελίες της κατά 3%, φαινόμενο που αποδίδεται στην ευρύτερη πολιτική αστάθεια, κυρίως στην περιοχή της Ουκρανίας. Τι συμπέρασμα θα βγάλουν οι Γερμανοί από αυτό; Οτι θα πρέπει να λειτουργήσουν ακόμα πιο αυτόνομα-εθνικά για να στηρίξουν την βιομηχανία τους, ακόμα και σε βάρος των ενδιαφερόντων των άλλων εταίρων; Ή μήπως ότι τους συμφέρει να δουλέψουν για μια πραγματικά κοινή ευρωπαϊκή στάση, που θα σταθεροποιήσει την κατάσταση στα σύνορα της ΕΕ και θα αποβεί πρός όφελος όλης της Ευρωζώνης; Προς το παρόν όλα δείχνουν ότι η πρώτη επιλογή έχει περισότερους υποστηρικτές.