Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Πρώτη στροφή δεξιά

Η επιστροφή του Νικολά Σαρκοζί έδωσε τη νίκη στην Κεντροδεξιά στις τοπικές εκλογές στη Γαλλία και απέτρεψε τον απειλούμενο θρίαμβο του Εθνικού Μετώπου της Μαρί Λεπέν, η οποία πάντως ανέβασε και πάλι τα ποσοστά της

Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, ependisinews.gr

Να πανηγυρίζουν κεντροδεξιά και κεντροαριστερά επειδή το Εθνικό Μέτωπο της Μαρί Λεπέν δεν τα κατάφερε να αναδειχθεί πρώτη δύναμη δε μπορείς να το πεις ακριβώς και «παράσημο» για τη σημερινή κατάσταση της Γαλλικής Δημοκρατίας. Αυτή όμως είναι η ουσία των τοπικών εκλογών της περασμένης Κυριακής. Η κυρία Λεπέν έμεινε τελικά δεύτερη με τη δύναμη του κόμματός της να φτάνει περίπου στο 25% και την ίδια να μιλάει για επιτυχία, αφού αυτό το ποσοστό αποτελεί βελτίωση σε σχέση με το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών και να ζητά την παραίτηση της κυβέρνησης του σοσιαλιστή Μανουέλ Βαλς. Ετσι κι αλλιώς το Εθνικό Μέτωπο προηγείται σε 43 από τις 98 περιφέρειες της χώρας και η ανοδική του πορεία συνεχίζεται. Και ο πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ εξακολουθεί να παραμένει πολιτικά στριμωγμένος, για πολλούς ανήμπορος να ανατρέψει το αρνητικό για την κυβέρνησή του κλίμα.
Σίγουρα κερδισμένος των εκλογών θα πρέπει να νοιώθει και ο Νικολά Σαρκοζί, αφού η Ενωση για ένα Λαϊκό Κίνημα (UMP) της οποίας και ηγείται ήταν καθαρά πρώτη με ποσοστό πάνω από 30%. Αυτό σημαίνει ότι και η παράταξη του αλλά και ο ίδιος βγαίνουν ενισχυμένοι από αυτή τη διαδικασία και μπορούν να ατενίζουν με αισιοδοξία τις προεδρικές εκλογές του 2017. «Η εναλλαγή προχωρεί, τίποτε δεν θα την σταματήσει», δήλωσε ο Νικολά Σαρκοζί, ο οποίος για ορισμένους μπορεί να αποτελεί επιλογή «ξαναζεσταμένου φαγητού», για κάποιους άλλους όμως, είναι ο μόνος που μπορεί να εμποδίσει την ιδεολογική και εκλογική κυριαρχία της Λεπέν, συσπειρώνοντας συνολικά το συντηρητικό στρατόπεδο μέχρι και τις ακροδεξιές παρυφές του. Είναι χαρακτηριστικό πάντως ότι ο κύριος Σαρκοζί δήλωσε ότι δεν θα προχωρήσει σε κανενός είδους συνολική συμφωνία με το Εθνικό Μέτωπο. Αλλά σε περίπτωση που στο δεύτερο γύρο βρίσκονται αντίπαλοι ένας αριστερός και ένας ακροδεξιός υποψήφιος το κόμμα του δεν θα δώσει γραμμή για υποστήριξη κανενός εκ των δύο, τηρώντας γραμμή «ουδετερότητας».
Αντίθετα ο πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα του οποίου κατόρθωσε τουλάχιστον να αποφύγει την συντριβή, περνώντας οριακά το 20% ζήτησε από τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν, αν τους τεθεί τέτοιο δίλημμα, τον υποψήφιο της Δεξιάς σε περίπτωση που ο αντίπαλος του προέρχεται από την Ακροδεξιά.
Πολιτικοί σχολιαστές εκτιμούσαν ότι τελικά με αυτό το αποτέλεσμα όλοι μπορούν να χαίρονται έστω προσωρινά. «Το UMP επειδή κατάφερε σαφώς να ξεχωρίσει από το Εθνικό Μέτωπο και να καταλάβει την πρώτη θέση. Το Εθνικό Μέτωπο επειδή σημείωσε άνοδο σε σχέση με τις τελευταίες εκλογές. Και επίσης το Σοσιαλιστικό Κόμμα επειδή κυρίως η ισχυρή κινητοποίηση του επέτρεψε να περάσει το όριο του 20%».

Συντηρητικοποίηση
Στα ενδιαφέροντα στοιχεία αυτών των εκλογών καταγράφεται και η άνοδος της συμμετοχής από το μόλις 36% που ήταν το 2011, στο 51% σήμερα. Ποσοστό που δείχνει βεβαίως ότι ο ένας στους δύο Γάλλους δεν ασχολήθηκε με μια εκλογική διαδικασία, που πολλοί είχαν χαρακτηρίσει εξόχως σημαντική. Από την άλλη η άνοδος της συμμετοχής εκτιμάται ότι ήταν αυτή που απέτρεψε την πρωτιά του Εθνικού Μετώπου για δεύτερη φορά μετά τις Ευρωεκλογές του περασμένου Μαϊου. Ισως η επιστροφή Σαρκοζί να συγκίνησε συντηρητικούς ψηφοφόρους και να τους οδήγησε στην κάλπη. Το σίγουρο είναι πάντως ότι αν η «Ευρώπη αλλάζει», στη Γαλλία αυτή η αλλαγή δεν κινείται προς μια κατεύθυνση αμφισβήτησης αλλά προς την «σιγουριά» παλιών αλλά δοκιμασμένων συντηρητικών πολιτικών, που μπορεί να μην ενθουσιάζουν τους πολλούς, αλλά τουλάχιστον δείχνουν να μην τους φοβίζουν. Αυτό που επίσης επιβεβαιώνεται είναι η αδυναμία της γαλλικής σοσιαλδημοκρατίας να εμπνεύσει ως φορέας μιας άλλης πολιτικής. Και αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα έλλειψης χαρίσματος του Γάλλου Προέδρου Φρανσουά Ολάντ. Ολο μαζί το «μπλοκ της Αριστεράς» αν μπορεί να γίνει λόγος για ένα τέτοιο φτάνει μόλις ένα 35%.

«Αλέξη, θέλω να δω τη λίστα σου»

Η Ανγκέλα Μέρκελ ήταν συγκαταβατική και πρόθυμη να ακούσει τον Αλέξη Τσίπρα έστω και ως καθηγήτρια, που υποδέχεται ένα μεταπτυχιακό φοιτητή – Αλλά κατέστησε σαφές ότι για να περάσεις... εξετάσεις δεν αρκούν μόνο καλές ιδέες

Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, από την «Επένδυση»

«Αλέξη, θέλω να μου κάνεις παιδί» φώναξε μια θερμόαιμη τουρίστρια, όταν το πρωί της περασμένης Τρίτης είδε μπροστά της τον πρωθυπουργό, την ώρα που αυτός τελείωνε την εικοσάλεπτη ξενάγησή του στο Μνημείο του Ολοκαυτώματος στο Βερολίνο. Εκεί που άλλοτε η «νεκρή ζώνη» χώριζε δύο κόσμους και δύο κοσμοθεωρίες. Ο κύριος Τσίπρας, που επέλεξε να εισέλθει στο χώρο χωρίς τη συνοδεία δημοσιογράφων ένοιωσε λίγο αμήχανα. Αλλά προφανώς δεν θα είναι αυτή η κυρίαρχη ανάμνησή του, από το πρώτο του ταξίδι στην γερμανική πρωτεύουσα, αν υποθέσουμε ότι θα εξαντλήσει τη θητεία του, άρα λογικά θα ακολουθήσουν και άλλα. Δεν θα είναι ούτε η στιγμή που η πενταμελής συνοδευτική του αντιπροσωπεία αναζητούσε τον «κίτρινο φάκελο» με τις κάμερες και τα μικρόφωνα να ...γράφουν.
H πραγματική αμηχανία της ελληνικής αντιπροσωπείας θα πρέπει να προήλθε από την φιλοξενία, που της επιφυλάχθηκε στις επτά ώρες με την πολιτικό που για πολλούς από τους ψηφοφόρους της ελληνικής κυβέρνησης αποτελεί την ενσάρκωση του κακού. Η Ανγκέλα Μέρκελ ήταν φιλική και καλοπροαίρετη. Ετοιμη να ακούσει υπομονετικά και με ενδιαφέρον το ελληνικό σχέδιο για την «πραγματική έξοδο» από την κρίση. Αλλά οι εικόνες, που με τόση απλοχεριά μας πρόσφεραν τα κανάλια με την «ξενάγηση» στην καγκελαρία μαρτυρούσαν αυτό που έμοιαζε να πλανάται πάνω από όλη τη συνάντηση. Το αίσθημα ότι εδώ μια έμπειρη καθηγήτρια, που έχουν δει πολλά τα μάτια της, υποδέχεται ένα φοιτητή που έχει κάνει αίτηση για το μεταπτυχιακό και έρχεται να παρουσιάσει τις ιδέες του. Αλλά η εργασία, που έχει μπροστά του είναι σκληρή και χρονοβόρα.
Από τη μια ήταν η μακροβιότερη αρχηγός κυβέρνησης στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή και από την άλλη ο πιο φρέσκος σε αυτό το αξίωμα. Από την μια η ηγέτιδα της μεγαλύτερης οικονομικής δύναμης στην ΕΕ και από την άλλη ο πρωθυπουργός μιας χώρας με τη θηλιά στο λαιμό.
Η Ανγκέλα Μέρκελ δεν είχε λοιπόν κανένα λόγο να συμπεριφερθεί προκλητικά ή εριστικά. «Και ο Τζέγκις Χαν να ερχόταν, πάλι θα τον υποδεχόταν με την ίδια ψυχραιμία» είπε χαρακτηριστικά ένας Γερμανός σχολιαστής. Αντίθετα αυτό που τόνισε τόσο δημόσια αλλά και όταν οι κάμερες αποσύρθηκαν ήταν ότι καλύτερα θα είναι να αποφευχθούν περιττές δηλώσεις και διαρροές το επόμενο διάστημα, αφού αυτό δεν βοηθά ούτε την ελληνική κυβέρνηση, ούτε όμως και την ίδια. «Δεν αποφασίζω εγώ μόνη μου» είπε η γερμανίδα καγκελάριος αναφερόμενη στα υπόλοιπα μέλη της Ευρωζώνης, που θα χρειαστεί να εγκρίνουν οποιαδήποτε επιπρόσθετη βοήθεια προς την Αθήνα κάτι για το οποίο προκαταβολικά δυσφορούν. Ηταν η «αντιστροφή» του παλιότερου συνθήματος του ΣΥΡΙΖΑ ότι εμείς θα συνομιλούμε με τους υπόλοιπους 18 κι όχι μόνο με το Βερολίνο.
Εννοούσε όμως και ότι κάποια στιγμή ίσως χρειαστεί να πείσει πάλι την κοινοβουλευτική της ομάδα να στηρίξει την Ελλάδα. «Στην τελευταία ψηφοφορία για τη δανειακή σύμβαση υπήρξαν δεκάδες βουλευτές, που ήρθαν και μου είπαν ότι το κάνουν για μένα και όχι για την Ελλάδα» τόνισε η καγκελάριος. Στις δικές της εκκλήσεις προς τους βουλευτές να ρίξουν την μπλε κάρτα του ΝΑΙ και όχι την κόκκινη του ΟΧΙ στην κάλπη του Μπούντεσταγκ υπέρ της Ελλάδας, προστέθηκαν οι διαβεβαιώσεις του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ότι αυτή είναι μια σωστή απόφαση για την Ευρώπη. Του ανθρώπου που όπως πιστεύουν στο Βερολίνο είναι ατυχές αλλά και άδικο να στοχοποιείται διαρκώς. Πάντως η ελληνική αντιπροσωπεία δε μπόρεσε να λύσει το μυστήριο για τη φημοολογούμενη διαφωνία της καγκελαρίου με τον Υπουργό της των Οικονομικών.
Η κυρία Μέρκελ επιμένει ότι οι φραστικές αντιπαραθέσεις μπορούν να οδηγήσουν σε αυτοαιχμαλωσία. Το μήνυμα αυτό ήταν ξεκάθαρο και αφορούσε και τον άλλο μεγάλο απόντα αυτής της συνάντησης, τον Γιάνη Βαρουφάκη. Η επιμονή της στο να σταματήσουν οι περιττές και άχρηστες διαρροές ήταν εμφατική και επιβεβαιώθηκε και από τη στάση του γερμανικού Τύπου. Η γερμανίδα καγκελάριος ήταν καλά διαβασμένη και ενημερωμένη ακόμα και για εσωτερικές ελληνικές εξελίξεις, ενώ δεν έκρυψε την ενόχλησή της για κάποιες αντιγερμανικές δηλώσεις κορυφαίων υπουργών.
Πάνω από όλα όμως αυτό που την ενδιέφερε ήταν να δει τη «Λίστα Τσίπρα». Τον κατάλογο με τις μεταρρυθμίσεις, που έχει υποσχεθεί η κυβέρνηση και... καθυστερεί με αποτέλεσμα κάποιοι στις Βρυξέλλες να χάνουν σταδιακά την υπομονή τους. Δέχτηκε τις διαβεβαιώσεις της ελληνικής πλευράς ότι θέλει «να κάνει κάτι διαφορετικό» για παράδειγμα στους τομείς πάταξης της φοροδιαφυγής ή του λαθρεμπορίου. Εδειξε κατανόηση απέναντι στο επιχείρημα, ότι η κυβέρνηση είναι καινούρια και χρειάζεται το χρόνο της, όμως υπενθύμισε ότι αφενός το χάσιμο χρόνου λειτουργεί σε βάρος της Ελλάδας και αφετέρου ότι αυτή η κυβέρνηση δήλωνε έτοιμη από καιρό να αναλάβει.
Μεταξύ «τυριού και αχλαδιού» η Ανγκέλα Μέρκελ υπενθύμισε ότι στη χώρα της προωθείται η συνολική εφαρμογή της σύνταξης στα 67 και οι Γερμανοί εκνευρίζονται όταν ακούν ότι οι Έλληνες δεν θέλουν να υιοθετήσουν αντίστοιχο μέτρο. Σημείωσε ότι όταν κυβερνάς δεν μπορείς να πέφτεις στην αδράνεια εξαιτίας ιδεολογικών αγκυλώσεων, που σε κάνουν να απορρίπτεις γενικά τις ιδιωτικοποιήσεις. Ακουσε πάντως με προσοχή ακόμα και τα ΟΧΙ της ελληνικής πλευράς, τα οποία δεν είχε... συνηθίσει στο παρελθόν.
Αυτό που έδειξε να εκτιμάται και από τις δύο πλευρές ήταν ότι ακόμα και εκεί που διαφωνούσαν αυτό γινόταν σε βάση επιχειρημάτων και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης. Υπήρχαν και θέματα που δε μπορούσε να πει κανείς το μεγάλο ΝΑΙ. Η ελληνική πλευρά έθεσε με έμφαση για παράδειγμα το θέμα της SIEMENS, ζητώντας τη δικαστική αρωγή και η γερμανική απάντησε διπλωματικά ότι δεν θέλει να παρέμβει στη δικαιοσύνη. Αλλά το θέμα καταγράφηκε...

Για τη φυσικό Μέρκελ με την τετράγωνη λογική ήταν μια πνευματική πρόκληση. Διάλογος «εντατικός και συγκεντρωμένος στην ουσία», όπως τον περιέγραψε η γερμανική πλευρά. Στην κυρία Μέρκελ «άρεσε η συζήτηση αλλιώς δεν θα ξόδευε εφτά ώρες από το χρόνο της. Μόνο με τον Πούτιν έχει (αναγκαστεί να) κάτσει τόσες ώρες» συμπλήρωνε η ίδια πηγή. Το ραντεβού έκλεισε με αμοιβαίο ασπασμό, κάτι που η γερμανίδα πολιτικός δεν συνηθίζει αν δεν το επιβάλλει η εθιμοτυπία. Ισως και να του ψιθύρισε στο αυτί «Αλέξη περιμένω να δω τη λίστα σου». Γιατί εκεί θα φανούν πλέον οριστικά όχι μόνο οι προθέσεις αλλά και οι δυνατότητες υλοποίησης τους. Και αν πειστεί η κυρία Μέρκελ για αυτές, τότε με σιγουριά θα μπορεί να πει κανείς ότι αλλάζει το τοπίο. Γιατί όπως λένε στα δημοσιογραφικά στέκια στο Βερολίνο «η Μέρκελ μπορεί να αργεί να αποφασίσει, αλλά αν πάρει κάτι απόφαση δεν την σταματάει τίποτα».

Απέτυχε η Πολιτική Μέρκελ στην Ελλάδα

Ο Γερμανός οικονομολόγος Γκούσταβ Χορν, που έχει επικρίνει δημόσια την πολιτική της χώρας του απέναντι στην Ελλάδα θεωρεί ότι η κυβέρνηση Μέρκελ έχει προσγειωθεί στην πραγματικότητα και ελπίζει πλέον σε ένα διάλογο ουσίας

Συνέντευξη στον Κώστα Αργυρό, Από την «Επένδυση»

Λίγο μετά τις εκλογές ο επικεφαλής του Ινστιτούτου Μακροοικονομίας και Οικονομικών Μελετών ΙΜΚ, του Ιδρύματος Χανς Μπέκλερ, κος Γκούσταβ Χορν υποστήριζε ότι η γερμανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα απέτυχε και θα πρέπει να αναθεωρηθεί με στόχο να τονωθεί η εσωτερική ζήτηση. Η τοποθέτησή του αυτή προφανώς δεν άρεσε στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος και επέλεξε την παλιά και δοκιμασμένη τακτική… να την αγνοήσει.
Ο 60χρονος καθηγητής Οικονομικών έχει αποσπάσει διακρίσεις για τις σωστές οικονομικές του προβλέψεις και είχε χαρακτηριστεί για αυτό το λόγο το 2008 ως «Προγνώστης της Χρονιάς». Είχε επικρίνει σφοδρά την γερμανική συνταγή αντιμετώπισης της κρίσης ήδη από το 2010.
Την περασμένη εβδομάδα το Ινστιτούτο του παρουσίασε τα αποτελέσματα έκθεσης που αναφέρεται στην «φτωχοποίηση» μεγάλων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας αλλά και στην διεύρυνση των φορολογικών ανισοτήτων προς όφελος των πλουσίων στα χρόνια του μνημονίου. Η έκθεση έτυχε ευρείας δημοσιότητας από τα γερμανικά ΜΜΕ.
Ζητήσαμε την γνώμη του κορυφαίου καθηγητή μετά και την επίσκεψη του Ελληνα πρωθυπουργού στο Βερολίνο και την διαφαινόμενη αποφόρτιση του κλίματος ανάμεσα στις δύο χώρες.

- Χαρακτηρίσατε αποτυχημένη τη γερμανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα. Ποιες ήταν κατά τη γνώμη σας οι μεγαλύτερες αδυναμίες της;
Το μεγάλο λάθος στην Ελλάδα ήταν ότι ακολουθήθηκε μια πολιτική που αφιερώθηκε αποκλειστικά στον τομέα της προσφοράς και παραμέλησε εντελώς την πλευρά της ζήτησης. Αυτή η στάση «εκδικήθηκε», αφού οι μεταρρυθμίσεις και η δημοσιονομική προσαρμογή προκάλεσαν την απολύτη κατάρρευση της ζήτησης και αυτό επιδείνωσε δραματικά την οικονομική κρίση.

- Ηταν θέμα λάθος υπολογισμού ή επιδιώχθηκε μια θεραπεία σοκ ώστε η Ελλάδα να τιμωρηθεί αποτελέσει και ένα παράδειγμα προς αποφυγή;
Πιστεύω ότι από την πλευρά των Βρυξελλών τουλάχιστον δεν υπήρξε τέτοια διάθεση. Απλά ήταν απόλυτα πεπεισμένοι υπέρ μιας θεωρίας που ήταν λάθος. Εκτιμούσαν και αυτό δείχνουν και οι αρχικοί υπολογισμοί στις Βρυξέλλες ότι δεν θα υπάρξει μια τόσο βαθιά κατάρρευση της οικονομίας της Ελλάδας αλλά μια ελαφρά προσωρινή οπισθοχώρηση της μετά την οποία θα ανέκαμπτε και πάλι. Θεωρούσαν ότι έτσι θα ανακτηθεί η εμπιστοσύνη στην Ελλάδα και ότι οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά θα αρχίσουν πάλι να καταναλώνουν. Αλλά έπεσαν δραματικά έξω σε αυτό τον υπολογισμό τους.

- Πιστεύετε τώρα μετά και την επίσκεψη του κ.Τσίπρα στο Βερολίνο ότι η γερμανική πλευρά θα χαλαρώσει λίγο, ότι η κυρία Μέρκελ θα κατανοήσει τα λάθη αυτής της πολιτικής;
Νομίζω ότι το έχουν κατανοήσει εδώ και καιρό. Αλλιώς δεν θα υπήρχε και η πρόταση του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ την οποία και στηρίζει και το ευρωκοινοβούλιο για περισσότερες επενδύσεις στην Ευρώπη. Το πρόβλημα είναι αυτή η «άσχημη ρητορική», που έχει επισκιάσει την συζήτηση μετά τις εκλογές στην Αθήνα, τόσο από γερμανικής όσο και από ελληνικής πλευράς. Και αυτό έχει καθυστερήσει τη διαδικασία. Τώρα μετά τις συνομιλίες Τσίπρα-Μέρκελ ελπίζω ότι θα επιστρέψουμε σε μια συζήτηση ουσίας. Και ευτυχώς έχουμε τέτοιες ενδείξεις.

- Πώς θα μπορούσε η γερμανική κυβέρνηση να επιταχύνει και να ενισχύσει αυτή τη διαδικασία και να βοηθήσει την Ελλάδα να μπει σε ένα μονοπάτι ανάπτυξης;
Η βοήθεια της Γερμανίας μπορεί να είναι μακροπρόθεσμη. Για παράδειγμα στη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος ή στις ιδιωτικοποιήσεις. Εχουμε για παράδειγμα την εμπειρία από την Ανατολικη Γερμανία. Αλλά όλα αυτά είναι μακριπρόθεσμα και έχουν να κάνουν κυρίως με τη βοήθεια στο τεχνικό κομμάτι.

- Αλλά αυτό που ζητείται από την Ελλάδα είναι γρήγορα αποτελέσματα. Πόσο γρήγορα μπορούν να επιδειχθούν πειστικά για τους εταίρους αποτελέσματα από μια νέα μεταρρυθμιστική πολιτική;
Αυτό νομίζω ήταν από την αρχή ένα ακόμα λάθος σκέψης. Δεν υπήρξε η απαραίτητη υπομονή γιατί πολλές από τις αλλαγές μπορούν να προωθηθούν μέσα από μια πολυετή διαδικασία. Το φορολογικό σύστημα δεν μπορεί να αλλάξει από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι επιβλαβές να κάνεις ιδιωτικοποιήσεις υπό πίεση γιατί αναγκάζεσαι να ρίξεις τις τιμές σου. Ολα αυτά απαιτούν κάποια χρόνια, τα οποία πρέπει να δώσει κανείς στην Ελλάδα. Αυτό που μπορεί να γίνει άμεσα είναι η τόνωση της ζήτησης. Για παράδειγμα με την αποφυγή περαιτέρω μειώσεων των μισθών τουλάχιστον στον ιδιωτικό τομέα. Ετσι ώστε οι πολίτες να αποκτήσουν πάλι εμπιστοσύνη στο εισόδημά τους και να αρχίσουν να ξοδεύουν. Και φυσικά και εμείς εδώ θα έπρεπε να κάνουμε κάτι για να βοηθήσουμε την Ευρώπη να βγει από την κρίση. Η επιταγή των καιρών στην Γερμανία είναι να αξιοποιήσουμε τα περιθώρια μας για να ενισχύσουμε την εσωτερική ζήτηση, κάτι από το οποίο θα επωφεληθεί και η υπόλοιπη Ευρώπη.

- Στην τελευταία σας δημοσίευση θίξατε τις τεράστιες κοινωνικές συνέπειες της πολιτικής των τελευταίων πέντε ετών, την άνοδο της φτώχειας της ανεργίας κλπ. Γιατί αυτές οι διαπιστώσεις δεν αγγίζουν όσο θα έπρεπε την γερμανική κοινή γνώμη; Είναι πρόβλημα πολιτικών χειρισμών;
Νομίζω ναι. Πάντως πιστεύω ότι αυτή η τελευταία μας έρευνα ήταν επικοινωνιακά επιτυχής, αν μπορώ να το θέσω έτσι. Πολλοί Γερμανοί έχουν καταλάβει στο μεταξύ πόσο σκληρή ήταν η μοίρα για πολλούς Ελληνες που έτσι και αλλιώς δεν είχαν υψηλά εισοδήματα. Υπήρξαν πολυάριθμες αναδημοσίευσεις στον Τύπο. Αλλά η πολιτικά χειρίστηκε λάθος το δημόσιο διάλογο από την αρχή της κρίσης. Χρησιμοποίησε πολύ τα στερεότυπα, κάτι που επέκρινα από την πρώτη στιγμή ως μεγάλο πολιτικό λάθος. Και δυστυχώς ακόμα αξιοποιούνται αυτά τα στερεότυπα από πολιτικούς. Είναι δύσκολο να τα αντιμετωπίσεις επειδή ακριβώς έχουν παγιωθεί. Ωστόσο η κυβέρνηση υποχρεώθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης να εγκαταλείψει αρκετές αρχικές της θέσεις. Αναγκάστηκε να βοηθήσει την Ελλάδα κάτι που δεν ήθελε στην αρχή. Αναγκάστηκε να αποδεχτεί την ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ την οποία επίσης δεν ήθελε. Νομίζω ότι η πραγματικότητα προσγείωσε την κυβέρνηση σε ένα ρεαλιστικό μονοπάτι και νομίζω αυτό συμβαίνει και τώρα. Νομίζω ότι ο «ρητορικός αφοπλισμός» ήταν το πρώτο βήμα για μια συζήτηση ουσίας.

- Πιστεύετε ότι υπάρχουν κύκλοι στη Γερμανία και αλλού που κερδοσκοπούν με την ιδέα του Grexit και πόσο πιθανό θεωρείτε ένα Graccident;
Υπήρξαν τέτοιες κερδοσκοπικές απόψεις από την αρχή της κρίσης. Για παράδειγμα στο Λονδίνο γίνονταν τέτοιοι υπολογισμοί. Υπάρχουν φυσικά στη Γερμανία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης πολιτικοί κύκλοι που θεωρούν ότι έχουν συμφέρον από μια διάλυση της νομισματικής ένωσης γενικότερα. Το απαιτεί ανοιχτά η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» και έχει συγκεκριμένους υποστηρικτές και στο χώρο του Τύπου. Τέτοια κόμματα υπάρχουν και αλλού. Αλλά τα μεγάλα κόμματα στη Γερμανία δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον για κάτι τέτοιο και αυτό το έχει συνειδητοποιήσει και η κυβέρνηση μας. Μια έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα προκαλούσε κάτι που ούτε η Ελλάδα, ούτε η Γερμανία το θέλουν: Μια γενικότερη αναταραχή, ανασφάλεια γιατί αμέσως θα αρχίσουν τα στοιχήματα για το ποιος θα είναι ο επόμενος. Και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δε μπορεί να θεωρεί συμφέρον κάτι τέτοιο.


Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Η a la carte υπομονή του SPD

 Του Κώστα Αργυρού, από το news247

Το αγνό και καθαρό SPD «χάνει την υπομονή του» με τον Αλέξη Τσίπρα  -λέει το Σπίγκελ-  και ζητά μέτρα κατά της διαφθοράς. Λαλίστατος ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής του ομάδας Τόμας Οπερμαν ζητά εδώ και τώρα μέτρα εκσυγχρονισμού του δημοσίου και αγώνα κατά της διαπλοκής και της φοροδιαφυγής. Θα μπορούσαμε να τον «συγχωρήσουμε» αν ήταν λίγο νεώτερος. Ομως ο 60χρονος πολιτικός δεν είναι χθεσινός. Και δε μπορεί να μην θυμάται τι γινόταν στην Ελλάδα, όταν  κυβερνούσαν οι σύντροφοί του. Δε μπορεί να μην έχει ακούσει για τις μίζες κάθε φορά που η Ελλάδα «εξοπλιζόταν» από κάποια γερμανική εταιρεία. Δε μπορεί να μην έχει ακούσει για το χαμένο εκατομμύριο του Τσουκάτου. Δε μπορεί να μην έχει ακούσει για την καταδίκη του γερμανοτραφή σοσιαλιστή Ακη. Δε μπορεί να μην «αγωνιούσε» για τη διερεύνηση της λίστας Λαγκάρντ που βρέθηκε σε σοσιαλιστικά χέρια.... Δε μπορεί να είχε τόση υπομονή, τόσα χρόνια που κυβερνούσαν οι δικοί του σοσιαλδημοκράτες και τα σκάνδαλα είχαν καταντήσει καθημερινότητα.
Ειδικά την τελευταία πενταετία, που με τη μία ή την άλλη μορφή οι σύντροφοι του ΠΑΣΟΚ ήταν στην κυβέρνηση δεν ακούσαμε τον κύριο Οπερμαν να μας λέει κάτι για την υπομονή του. Είχε προφανώς εμπιστοσύνη στο αδελφό του κόμμα. Οχι, η υπομονή του που τόσα χρόνια θύμιζε το «κορίτσι λάστιχο» εξαντλήθηκε τώρα, πριν καλά καλά κλείσουν δύο μήνες της νέας κυβέρνησης.
Είναι προφανές ότι εδώ περισσεύει η υποκρισία και η πολιτική αριθμολαγνεία. Το SPD που βρίσκεται στα χαμηλότερα ποσοστά της ιστορίας του και φοβάται ότι μπορεί κάποια στιγμή να έχει την τύχη του ΠΑΣΟΚ, δεν ενδιαφέρεται προφανώς να διαχωρίσει τη θέση του από τη Χριστιανοδημοκρατία. Το αντίθετο μάλιστα. Κορυφαία στελέχη του συναγωνίζονται σε αυστηρότητα τις αιτιάσεις και τις απειλές των κεντροδεξιών βουλευτών εναντίον της Ελλάδας. Θεωρούν ότι έτσι δείχνουν την αποφασιστικότητά τους και επιβεβαιώνουν την αξιοπιστία της στρατηγικής τους για το ελληνικό ζήτημα. Που προφανώς στηρίζεται και στην «ενημέρωση», που έχουν από τους εδώ παλιούς και νέους «συντρόφους», όπως δείχνουν οι παλνδρομήσεις στις θέσεις ορισμένων.

Ολοι αυτοί που στήριξαν από το 2010 και μετά με ιδιαίτερο πάθος τα δύο κόμματα που εγκαθίδρυσαν στην Ελλάδα το καθεστώς της διαπλοκής και διαφθοράς, αυτοί που μας καλούσαν κάθε τόσο να ψηφίσουμε «οικεία τους πρόσωπα» έχουν πάθει τώρα μια ψύχωση με την καθαρότητα της πολιτικής και την αντιμετώπιση όλων των αρρωστημένων φαινομένων, που παγιώθηκαν επί δεκαετίες στη χώρα μας και ενώ αυτοί έκλειναν τα μάτια. Ο τρόπος που μετρούσαν το χρόνο άλλαξε. Και τώρα χάνουν την υπομονή τους, που αποδεικνύεται  a la carte, για να τη θυμούνται όποτε τους βολεύει.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Καλορίζικος ο πύργος σας

Η ΕΚΤ εγκαινίασε το νέο της εμβληματικό κτίριο στην Φρανκφούρτη, χιλιάδες διαδηλωτές διαμαρτυρήθηκαν για την πολιτική της, κάποιοι το …έκαψαν στην κυριολεξία και ο Μάριο Ντράγκι καμαρωτός και μπροστά σε λίγους εκλεκτούς καλεσμένους εξέφρασε την κατανόηση του για τα… θύματα της κρίσης.

Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, από την «Επένδυση»

Το παραδεχόταν έστω και μέσα στην ξινίλα της η βαθιά συντηρητική «Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε». Η πελιοψηφία των διαδηλωτών που από τα ξημερώματα της περασμένης Τετάρτης άρχισαν να συγκεντρώνονται στη Φρανκφούρτη για να τιμήσουν με το δικό τους τρόπο τα επίσημα εγκαίνια του νέου Διπλού Πύργου, έδρας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ήταν «πολύχρωμη, διεθνής και πολύχρωμη. Μια μειοψηφία ήταν αυτή που άρχισε τους βανδαλισμούς». Αλλά όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις οι φωτιές, ο πετροπόλεμος και οι συγκρούσεις με την αστυνομία ήταν που έδωσαν τελικά την πρωτιά επί ώρες σε όλα τα πρωτοσέλιδα των μεγάλων μέσων ενημέρωσης στο διαδίκτυο.
Η αλήθεια είναι ότι οι συγκρούσεις ήταν σφοδρές και αυτοί που τις επεδίωξαν ήταν καλά οργανωμένοι. Σε τέτοιο βαθμό που παλιότερα επεισόδια και στην Φρανκφούρτη στο περιθώριο παλιότερων διαμαρτυριών της «Blockupy» έμοιαζαν τώρα με φασαρία σε νηπιαγωγείο. Αλήθεια είναι επίσης ότι όλοι περίμεναν ότι θα συμβούν έκτροπα, καθώς αστυνομία και διαδηλωτές είχαν προηγούμενα. Τον Ιούνιο του 2013 οι ειδικές δυνάμεις είχαν περικυκλώσει και εγκλωβίσει για ένα δεκάωρο περίπου 1.000 διαδηλωτές, πράξη που θεωρήθηκε υπερβολική και αυταρχική. Απλά τώρα που στη Φρανκφούρτη κυβερνούν και οι Πράσινοι περίμεναν όλοι περισσότεροι ψυχραιμία και εγκράτεια από την αστυνομία.
Όμως από τότε που μάθαμε να μιλάμε για παγκοσμιοποίηση, μάθαμε επίσης ότι χωρίς φασαρίες και λίγο… αίμα δεν μπορείς να τραβήξεις το ενδιαφέρον των αδηφάγων μέσων. Ποιος θα έκανε πρωτοσέλιδο για παράδειγμα την ειρηνική και μαζική πορεία περίπου 20.000 ανθρώπων το ίδιο απόγευμα, που διοργάνωσε η Ομοσπονδία Γερμανικών Συνδικάτων και η οποία έγινε ακριβώς στο πλαίσιο της διαμαρτυρίας για την πολιτική, που ασκεί η… ανεξάρτητη ΕΚΤ.
Όλα αυτά τα είχε σκεφτεί και ο Ντράγκι. Μπορεί να καμάρωνε εδώ και μέρες για το νέο σπίτι του που κόστισε… παραπάνω από μια δόση της Ελλάδας στο ΔΝΤ (1,3 δις.) αλλά ήξερε ότι οι αντιδράσεις θα είναι πολλές. Προτίμησε λοιπόν να καλέσει λίγους και εκλεκτούς για να μοιραστούν την χαρά της εισόδου στο νέο γυάλινο πύργο του και να περιορίσει στο ελάχιστο τους δημοσιογράφους, που θα είχαν πρόσβαση στο κτίριο, καλώντας τους υπόλοιπους να παρακολουθήσουν την τελετή μέσω διαδικτύου. Άλλος ένας λόγος να εκνευριστούν οι σχολιαστές της Φράνκφουρτερ Αλγκεμάινε, που τον εγκάλεσαν γιατί δεν επέλεξε να κάνει μια λαϊκή γιορτή προκειμένου να φέρει την τράπεζα πιο κοντά στους πολίτες. Αλλά ποιος ξέρει πολλούς τραπεζίτες που τους ενδιαφέρει να… ανακατεύονται και να γιορτάζουν με το λαό; Και κυρίως ποιος ξέρει πολλούς τραπεζίτες που ενδιαφέρονται πράγματι για διαφάνεια, την οποία υποτίθεται ότι ήθελε να εκφράσει το φιλόδοξο αρχιτεκτονικό σχέδιο;
Ο Μάριο Ντράγκι με το ψαλίδι ανά χείρας φόρεσε το αινιγματικό χαμόγελο, που ταιριάζει στον χαρακτηρισμό που κυριάρχησε αυτές τις ημέρες για το πρόσωπό του: «Ισχυρός και μισητός». Και οι εικόνες με το ψαλίδι θύμισαν στους διαδηλωτές (όχι μόνο Ελληνες) που κρατούσαν πλακάτ για την Ελλάδα ότι είναι αυτός, που ψαλίδισε κατά καιρούς τις ελπίδες της ελληνικής κυβέρνησης για μια πιο γενναιόδωρη παροχή ρευστότητας.
Ο τελικός απολογισμός της εικόνας ήταν μερικές εκατοντάδες προσαγωγές, αμέτρητοι τραυματισμοί, υλικές ζημιές και πολεμικές γενικές εικόνες της πόλης της Φρανκφούρτης σκεπασμένης από καπνούς. Το φιλοσοφικό ερώτημα που έθετε το περιοδικό «Σπίγκελ» για το «ποιόν ωφελούν όλα αυτά τελικά» είναι δύσκολο να απαντηθεί. Σίγουρα πάντως μπορεί να δώσει τροφή για ατέλειωτες ώρες συζητήσεων σε καφεποτεία.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η BLOCKUPY;
Πολλοί απέδωσαν τα επεισόδια της περασμένης Τρίτης στην οργάνωση-ομπρέλα BLOCKUPY, που έδωσε και το σύνθημα για τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Αυτό είναι λάθος. Η οργάνωση, όπως λέει ο εκπρόσωπος της Ούλριχ Βίλκεν, βουλευτής στο κοινοβούλιο του κρατιδίου της Εσσης είχε δηλώσει κανονικά την διεξαγωγή μιας διαδήλωσης για το απόγευμα και δεν υποστηρίζει τη βία. Αυτό φυσικά δεν εμποδίζει κάποιους να εκμεταλλευτούν τέτοιες ημέρες για να προχωρήσουν σε πράξεις βίας. Στην BLOCKUPY συμμετέχουν συνολικά 90 οργανώσεις, κόμματα, συνδικάτα, κινήσεις πολιτών, συνδικαλιστικά όργανα κα. Ανάμεσα τους το κόμμα της Αριστεράς και η οργάνωση «attac» που αντιμάχεται τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης.

ΔΙΠΛΟΣ ΠΥΡΓΟΣ
Το νέο σπίτι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής τράπεζας ξεκίνησε να κατασκευάζεται το Μάιο του 2010 με κόστος 1,3 δισ. ευρώ περίπου δηλαδή 500 εκατ. περισσότερα από τον αρχικό προϋπολογισμό . Το βόρειο τμήμα του διπλού πύργου έχει ύψος 185 μέτρα και το νότιο 165. Το ντεκονστρουβιστικό αυτό δημιούργημα 45 ορόφων είναι του αρχιτέκτονα Βολφ Πριξ, ο οποίος κέρδισε τον σχετικό διαγωνισμό που είχε προκηρυχθεί το 2002 και στον οποίο είχαν υποβληθεί συνολικά 80 υποψηφιότητες. Οι πρώτοι υπάλληλοι της ΕΚΤ μπήκαν στα καινούρια τους γραφεία το Νοέμβριο του 2014, δηλαδή με καθυστέρηση ενός έτους σε σχέση με το αρχικό σχέδιο. Το ανέκδοτο που κυκλοφορεί στους τραπεζικούς κύκλους της πόλης εδώ και χρόνια είναι μάλλον προβλέψιμο: «Αν κάποτε καταρρεύσει το ευρώ και καταργηθεί η τράπεζά του θα έχουμε αυτό το τερατούργημα να το θυμόμαστε».

Η ώρα του πρωθυπουργού

Η «επταμερής» των Βρυξελλών έδωσε μια μικρή ανάσα χρόνου στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, αλλά για να κερδίσει και την ανάσα ρευστότητας που χρειάζεται θα πρέπει να ξεπεράσει τις αναστολές του και να αρχίσει να κυβερνά



Η επιλογή της ροτόντας τελικά δεν ήταν τυχαία. Οι ψυχολόγοι λένε ότι ένα τραπέζι χωρίς γωνίες ευνοεί την συναινετική διάθεση, όσων διαπραγματεύονται καθισμένοι γύρω από αυτό. Και η «επταμερής», που ολοκληρώθηκε τα ξημερώματα της Παρασκευής ως μια άτυπη προσπάθεια εξεύρεσης μιας πολιτικής διαδικασίας για τη λύση στα ελληνικά αδιέξοδα φαίνεται να ευνοήθηκε από αυτή την επίδραση της στρογγυλής τράπεζας. Δικαιωματικά λοιπόν ο Ούβε Κορσέπιους, γενικός γραμματέας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και οργανωτής του «ραντεβού του μεσονυχτίου» κέρδισε την όγδοη καρέκλα σε αυτή την κρίσιμη διαβούλευση.
Η Αθήνα από την πλευρά της φαίνεται να κέρδισε εκ νέου μια πίστωση χρόνου, δε μπόρεσε όμως να ανοίξει τη στρόφιγγα της χρηματοδότησης. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να παρουσιάσει τη δική της λίστα μεταρρυθμίσεων σε ένα Eurogroup, το οποίο όπως όλα δείχνουν θα γίνει μέσα στην ερχόμενη εβδομάδα. Όμως τα τραπέζια του Eurogroup έχουν αρκετές γωνίες, οι οποίες έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα «αιχμηρές» στο παρελθόν, ειδικά για εκείνους που προσέρχονται με όμορφες, αλλά γενικόλογες ιδέες και όχι με κοστολογημένες προτάσεις. Στη γωνία περιμένουν προφανώς την ελληνική κυβέρνηση και το μεταρρυθμιστικό της πρόγραμμα και οι εκπρόσωποι των τεχνικών κλιμακίων των θεσμών, οι οποίοι μέσω του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ μετέφεραν στον Ελληνα πρωθυπουργό τη δυσαρέσκειά τους για τη δυσκολία συνεργασίας.
«Η συμφωνία των επτά» μπορεί να περιέχει θετικές αν και αόριστες διατυπώσεις και να προέκυψε, αφού όλοι είχαν διακηρύξει προηγουμένως και δημοσίως την αποφασιστικότητά τους να αποτρέψουν ένα Grexit. Όμως ο διάβολος παραμένει κρυμμένος στις λεπτομέρειες και η δημιουργική ασάφεια αποδείχτηκε ότι τελικά δεν ευνόησε την ελληνική πλευρά. Οι εταίροι εκτός από το κόστος και το όφελος των μεταρρυθμίσεων της «Λίστας Τσίπρα» όπως θα μπορούσε να την αποκαλέσει κανείς, ζητούν ήδη ακριβή στοιχεία για την δημοσιονομική κατάσταση, για να μπορέσουν να έχουν μια πλήρη εικόνα της οικονομίας της χώρας, μετά από ένα ταραγμένο λόγω πολιτικών εξελίξεων τετράμηνο. Ο κ. Τσίπρας μπορεί να έχει δίκιο όταν είπε ότι «ξαναμπήκε στις ράγιες» μια διαδικασία που είχε εκτροχιαστεί, το κρίσιμο ερώτημα είναι όμως αν θα μπορέσει να αποφευχθεί και ο πλήρης δημοσιονομικός εκτροχιασμός. Και αυτά τα στοιχεία η ελληνική πλευρά δεσμεύτηκε ότι επιτέλους θα τα δώσει.
Πολιτικοί αλλά και ξενυχτισμένοι δημοσιογράφοι στις Βρυξέλλες αποτιμούσαν ως θετικό το μήνυμα του κοινού ανακοινωθέντος. Ετσι και αλλιώς όλοι οι μετέχοντες είχαν φρονίμως ποιούντες προνοήσει να κρατήσουν χαμηλά τον πήχη των προσδοκιών. Οι πάντες περίμεναν όμως να δουν αν θα ξεκινήσουν πάλι οι διευκρινιστικές δηλώσεις και κυρίως αν θα αποφορτιστεί τελικά το κλίμα με τους πρωταγωνιστές των μιντιακών αντεγκλήσεων να παίρνουν…ρεπό έστω για ένα Σαββατοκύριακο. Και φυσικά αναμένεται και το επόμενο… ανακοινωθέν, αυτό δηλαδή που θα ακούσουμε το βράδυ της Δευτέρας μετά την πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση Μέρκελ-Τσίπρα. Μια συνάντηση που σηματοδοτεί ακριβώς την πρόθεση και των δύο πλευρών να «πάρουν το παιχνίδι επάνω τους».
Ο Ελληνας πρωθυπουργός ίσως να είναι τώρα καλύτερα προετοιμασμένος για αυτό το ραντεβού στο Βερολίνο, μετά και τα όσα είδε και άκουσε στις Βρυξέλλες. Το πρόβλημά του είναι αν θα μπορέσει να δείξει την ίδια ευελιξία και πειθώ και εντός των τειχών. Είναι προφανές ότι με την αντιπολίτευση ή τουλάχιστον ένα μεγάλο κομμάτι της να καραδοκεί για να επικρίνει ένα πιθανό στραβοπάτημά του, δεν έχει περιθώρια να ασχολείται και με την εσωτερική αντιπολίτευση μέσα στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός του, που κάθε φορά που η προοπτική ρήξης ανέβαινε στο χρηματιστήριο της κινδυνολογίας έδειχνε να αναθαρρεύει και να επιχειρεί να πολώσει ακόμα περισσότερο τα πράγματα.
Οι παρεμβάσεις των ΗΠΑ υπέρ μιας βιώσιμης ανάπτυξης για την Ελλάδα, η εκδήλωση καλής πρόθεσης από την κυρία Μέρκελ, η «συγκινητική» - όπως την αποκάλεσαν μέλη της ελληνικής αποστολής - αναφορά του Μάρτιν Σουλτς στην ανθρωπιστική κρίση και η προαναγγελία ανοίγματος πακέτων στήριξης της απασχόλησης από τον Ζαν Κλοντ Γιούνκερ που μπορεί να αγγίξουν και τα 2 δισ. αρχίζουν να φανερώνουν ολοκάθαρα ότι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα του Ελληνα πρωθυπουργού να βρίσκεται εντός των συνόρων. Στους αδιάλλακτους συντρόφους του, πολλοί εκ των οποίων δεν κρύβουν ότι θεωρούν αδύνατη την υλοποίηση ενός αριστερού κυβερνητικού προγράμματος εντός της (σημερινής μόνο;) ευρωζώνης.
Ο κ. Τσίπρας θα βρεθεί μάλλον σύντομα μπροστά σε ένα σημαντικό δίλλημα «εσωτερικού», από τη στιγμή, που ο ίδιος δηλώνει ότι έχει απαντήσει το δίλλημα του εξωτερικού, με την σταθερή προσήλωσή του στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Αν θέλει να εξαντλήσει την τετραετία θα πρέπει να κάνει τις αναγκαίες υποχωρήσεις, που απαιτεί αυτό το κρίσιμο τετράμηνο. Δεν είναι τυχαίο, ότι όλοι οι συνομιλητές του τον προειδοποίησαν ότι έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος. Την Τετάρτη κλείνουν ήδη δύο μήνες από τις εκλογές και κάποιοι μοιάζουν σαν να ανεμίζουν ακόμα σημαίες στην γεμάτη Πλατεία Κουμουνδούρου.
Στη συνέντευξη του στα μέσα της περασμένης εβδομάδας ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης έλεγε και είχε δίκιο ότι κάποιοι μέσω της χρηματοοικονομικής ασφυξίας «δεν θέλουν να μας αφήσουν να κυβερνήσουμε». Τώρα που ο Αλέξης Τσίπρας άνοιξε μια μικρή χαραμάδα σε αυτό το τείχος άρνησης είναι η στιγμή να αποδείξει ο ίδιος ότι πράγματι θέλει να κυβερνήσει.

Από την «Επένδυση»


Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Περί πολιτικής λύσης

 Του Κώστα Αργυρού, news247


Πολλοί έγραψαν ότι η Ανγκέλα Μέρκελ προσπαθεί να αποφορτίσει το βαρύ κλίμα, που έχει διαμορφωθεί στις ελληνογερμανικές σχέσεις, προσκαλώντας τον Αλέξη Τσίπρα στο Βερολίνο. Αυτό όμως που δε μπορεί να περάσει απαρατήρητο είναι το χρονικό σημείο, για το οποίο έρχεται η πρόσκληση. Η Γερμανίδα καγκελάριος καλεί τον Ελληνα πρωθυπουργό στην καγκελαρία, τέσσερις ημέρες μετά την Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ την Πέμπτη, στην οποία η Αθήνα έλεγε ότι θα επεδίωκε μια συνολική «πολιτική λύση» του ελληνικού προβλήματος.
Με άλλα λόγια η κυρία Μέρκελ λέει στον κύριο Τσίπρα να μην περιμένει τίποτα από τις Βρυξέλλες, ακόμα και τώρα που είναι σαφής η διαμεσολαβητική διάθεση του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, αφού αν ζητάει κάποιο συμβιβασμό θα πρέπει να τον ψάξει στο Βερολίνο. Την ίδια στιγμή τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης γεμίζουν με διαρροές περί επιθυμίας της καγκελαρίας να μην επιβαρύνει πάλι το ζήτημα της Ελλάδας τη Σύνοδο. Ο λόγος είναι απλός. Η Γερμανία θα επιμείνει μέχρι τέλους να μιλά για μια «ελληνική ιδιαιτερότητα», προκειμένου να μην παραδεχτεί ποτέ ότι η συνταγή της ήταν λανθασμένη.
Η κυβέρνηση Τσίπρα από την άλλη θα συνεχίσει να προσπαθεί για το ακριβώς αντίθετο. Να πείσει δηλαδή ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα «πρόβλημα ευρωπαϊκό», συνεπώς σε αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο και μόνο μπορεί να αναζητηθεί η πολιτική του λύση. Μια τέτοια παραδοχή από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους δεν θα είναι καθόλου εύκολη υπόθεση και σίγουρα αποτελεί το πρώτο βήμα, για αυτό που η Αθήνα χαρακτηρίζει πολιτική διευθέτηση.
Η νέα παρέμβαση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, που για μια ακόμα φορά επέλεξε να μιλήσει εξ ονόματος όλων των Ευρωπαίων και να υποστηρίξει ότι έχουν όλοι χάσει την εμπιστοσύνη τους προς την Αθήνα δείχνει πόσο μεγάλη σημασία αποδίδει το Βερολίνο σε αυτήν την προσέγγιση. Μοιάζει λοιπόν απίθανο να δεχτεί η γερμανική πλευρά αυτή την «πενταμερή» έτσι όπως την προτείνει η ελληνική πλευρά.
Η μόνη ελπίδα της Ελλάδας βρίσκεται στο να αντιδράσουν κάποια στιγμή και οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης στη λογική, που περιέχει η πρόσκληση της κυρίας Μέρκελ. Στη λογική «θα καθαρίσω εγώ με τον τρόπο μου». Αυτή τη λογική υπηρετεί και η τακτική Σόιμπλε να στέλνει μηνύματα όχι προς την Αθήνα αλλά κυρίως προς τους υπόλοιπους εταίρους για το ποια είναι η ορθή γραμμή αντιμετώπισής της. Η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίζει να αντιμετωπίζεται ως «ειδική περίπτωση» και να παραμένει απομονωμένη από την υπόλοιπη παρέα, έτσι ώστε να μην γεννηθούν και σε κανέναν άλλο αμαρτωλές ιδέες.
Δύο μήνες μετά την εκλογική της νίκη η νέα ελληνική κυβέρνηση δεν έχει βρει τρόπο να ξεπεράσει αυτήν την κομβική αντίθεση. Και οι διαφαινόμενες διαφωνίες Μέρκελ-Σόιμπλε σε ότι αφορά τη μεθοδολογία αντιμετώπισης των ατάκτων Ελλήνων είναι αμφίβολο αν είναι τόσο μεγάλες, που να επιτρέπουν αισιοδοξία για αλλαγή κλίματος σε αυτό το επίπεδο.

Παρόλα αυτά είναι η στιγμή η ελληνική πλευρά να περάσει από την αντιπαράθεση για τον ορισμό του προβλήματος και στην πρόταση αντιμετώπισής του. Όταν λες πολιτική λύση καλό είναι να εξηγήσεις και σε όλους τους άλλους τι εννοείς. Γιατί πολιτική λύση είναι και μια απόφαση για κούρεμα του χρέους, πολιτική λύση είναι και η υποταγή, αλλά πολιτική λύση είναι και η επιστροφή σε ένα εθνικό νόμισμα. Όπως έλεγαν άλλωστε κάποιες παλιότερες γενιές Αριστερών «και το κατούρημα πολιτική πράξη είναι». Ειδικά όταν φυσούν δυνατοί άνεμοι.

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Αναζητείται παράκαμψη του τείχους Σόιμπλε

 Δραγασάκης - Μοσκοβισί θα παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις - Διπλωματική ευελιξία και κρύο αίμα απαιτείται να επιδείξει τώρα η Αθήνα, επισημαίνουν κοινοτικοί αξιωματούχοι στις Βρυξέλλες

του Κώστα Αργυρού, από την "Επένδυση"

Στην εφαρμογή του παλιού ρητού «στην πολιτική υπάρχουν πράγματα που λέγονται και δεν γίνονται και πράγματα που γίνονται αλλά δεν λέγονται» φαίνεται να εναποθέτουν τις ελπίδες τους στην κυβέρνηση προκειμένου να αρχίσει η «πραγματική διαπραγμάτευση» με τους θεσμούς. Μπορεί το κλίμα στις Βρυξέλλες να χαρακτηρίζεται βαρύ για την Ελλάδα, αλλά η δεδομένη πίστη του Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ στις δυνατότητες να υπάρξουν αμοιβαία αποδεκτές λύσεις μοιάζει με το καύσιμο που συντηρεί ζεστή την ελπίδα. Αποφασιστικό ρόλο στην κατεύθυνση αυτή θα διαδραματίσει, όπως όλα δείχνουν, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης, αφού στην Κομισιόν έχουν λάβει το μήνυμα ότι αυτός θα έχει τον συντονισμό των επαφών με τους θεσμούς σε αμιγώς λογιστικό - τεχνικό επίπεδο. Πολιτικός συνομιλητής του θα είναι ο Πιερ Μοσκοβισί, κάτι που επίσης χαρακτηρίζεται ενθαρρυντικό, αφού το βιογραφικό του ως Γάλλου και σοσιαλδημοκράτη τον κάνει να συμμερίζεται την κατανόηση που έχει δείξει και ο πολιτικός προϊστάμενός του και επικεφαλής της Κομισιόν. «Είναι σίγουρα πολύ καλύτερο να πρέπει να συνεννοηθείς μαζί του απ’ ό,τι θα ήταν αν είχες απέναντί σου έναν συντηρητικό επίτροπο από κάποια χώρα του Βορρά» έλεγε έμπειρος υπάλληλος της Κομισιόν. Με δεδομένες τις κατευθύνσεις Γιουνκέρ, που κάνουν λόγο για αξιοπρεπή συμβιβασμό και αποφυγή πάση θυσία της ρήξης, αναζητείται η φόρμουλα που θα επιτρέψει να δουλέψουν τα τεχνικά επιτελεία χωρίς προκλήσεις και εμπόδια από τη μία ή την άλλη πλευρά.
Αλλωστε, και ο ίδιος ο κ. Γιουνκέρ έχει παραδεχθεί ότι η φόρμουλα που ήθελε τους υπαλλήλους της τρόικας να μπαίνουν με «καουμπόικο στιλ» στα ελληνικά υπουργεία κάθε άλλο παρά εποικοδομητικά λειτούργησε. Αλλά η συνεργασία και στις Βρυξέλλες και στην Αθήνα μεταξύ ομόβαθμων παραγόντων δεν πρέπει να αποτελεί πολιτικό πρόβλημα. Αντίθετα, μπορεί να επιταχύνει τις διαδικασίες.
Παράγοντες της Κομισιόν θεωρούσαν ότι αυτό είναι κάτι που το καταλαβαίνει ο Ελληνας πρωθυπουργός, αλλά σίγουρα τρομάζει κάποιους στο κόμμα του. Γι’ αυτό και η προσέγγιση που έχει επιχειρηθεί σε διπλωματικό επίπεδο είναι ιδιαίτερα προσεκτική. Η εικόνα που κυκλοφορεί στα ανώτατα κλιμάκια της Κομισιόν είναι ότι, σε αντίθεση με κάποιους υπουργούς του που ασχολήθηκαν με την «κερκίδα», ο Αλέξης Τσίπρας φρόντισε να οικοδομήσει σχέσεις που μπορεί να μην έχουν φτάσει σε επίπεδο συμμαχίας, τουλάχιστον όμως δεν εγκλωβίστηκαν από αντιπάθειες και εχθρότητες. Και ελπίζουν ότι φτάνει η ώρα οι δύο πλευρές να ασχοληθούν με την ουσία. Το σίγουρο είναι ότι χρόνος δεν υπάρχει. Συνεπώς, κάποιος πρέπει να αναλάβει την ευθύνη να δώσει στη διαπραγμάτευση την αναγκαία ώθηση. Στην Αθήνα εκτιμάται θετικά το γεγονός ότι ο κ. Γιούνκερ κάνει χρήση του όρου «ανθρωπιστική κρίση», γι’ αυτό και στη συνάντηση της Παρασκευής τού έθεσαν ζήτημα άμεσης βοήθειας μέσω ευρωπαϊκών κονδυλίων για την αντιμετώπισή της με παράλληλη ενίσχυση προγραμμάτων απασχόλησης.
Προβληματισμό, πάντως, προκαλεί σε κύκλους της Κομισιόν το γεγονός ότι από τη μια πλευρά συνεχίζονται οι πολεμικές δηλώσεις του κ. Σόιμπλε και από την άλλη στελέχη της κυβέρνησης δείχνουν να μην έχουν «κρύο αίμα» για να χειριστούν λεπτές καταστάσεις, οι οποίες συχνά δεν πρέπει ούτε καν… να φαίνονται. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι η «Τρόικα έγινε… Μόνικα επί τρία», όπως λέει το ανέκδοτο που κυκλοφορεί εσχάτως στις Βρυξέλλες, είναι κάτι που σίγουρα δεν αρέσει στον κ. Σόιμπλε, ο οποίος θεωρεί ότι το κοινό μέτωπο των τριών μπορούσε να καθοδηγηθεί και να ελεγχθεί καλύτερα από τον ίδιο. «Αλλά αυτό αρκεί να το εκμεταλλευτείτε και όχι να το λέτε σε κάθε ευκαιρία για να τον προκαλείτε» σημειώνει με νόημα στέλεχος της Κομισιόν. Και εκφράζει την αισιοδοξία του ότι ο Γιάννης Δραγασάκης θα πορευτεί στην ίδια λακωνική γραμμή που έχει τηρήσει έως τώρα, κοιτώντας την ουσία και όχι τα πρόσκαιρα δημοσιεύματα.

Αποφασισμένος να αποτρέψει ένα ατύχημα με την Ελλάδα ο Γιουνκέρ 
Εντυπωσιασμένοι δηλώνουν ανώτατοι κοινοτικοί αξιωματούχοι από την αποφασιστικότητα που δείχνει ο προϊστάμενός τους Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δηλώνει σε όλους τους τόνους και προς κάθε πλευρά ότι δεν πρόκειται να αφήσει να συμβεί ένα ατύχημα με την Ελλάδα. Οι συνεχείς δηλώσεις του για την ανάγκη να καταλάβουν και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι την τεράστια κρίση που βιώνει η ελληνική κοινωνία και οι προσπάθειές του να παρέμβει διαμεσολαβητικά ενόχλησαν την κυβέρνηση του Βερολίνου. Αυτός ήταν και ο λόγος που στα τέλη της περασμένης εβδομάδας απέφυγε να συναντήσει τον Αλέξη Τσίπρα, περιμένοντας πρώτα τα αποτελέσματα του Eurogroup. Αντίθετα, υποδέχθηκε στις Βρυξέλλες την Ανγκελα Μέρκελ, η οποία ως «ένδειξη σεβασμού» επισκέφθηκε πρώτα αυτόν και μετά τον βασιλιά του Βελγίου.

Οι εκατέρωθεν κολακευτικές δηλώσεις απλώς επιβεβαίωσαν τις τριβές που υπάρχουν στις σχέσεις Βερολίνου - Βρυξελλών. «Απορώ με την εμμονή ορισμένων μέσων ενημέρωσης να προσπαθούν να ανακαλύπτουν συνεχώς διαφωνίες μεταξύ μας» είπε ο κ. Γιουνκέρ. Η κυρία Μέρκελ απάντησε: «Να σας πω για το άριστο επίπεδο των σχέσεών μας είναι σαν να προσπαθώ να πουλήσω ψυγεία σε εσκιμώους». Τα όμορφα λόγια δεν μπορούν, πάντως, να κρύψουν τις σημαντικές διαφορές μεταξύ Κομισιόν και γερμανικής κυβέρνησης για κορυφαία ζητήματα που αφορούν τη χαλάρωση της μονολιθικής πολιτικής δημοσιονομικής πειθαρχίας που επιδιώκει ο Γιουνκέρ, κάτι στο οποίο είναι κάθετα αντίθετο το δίδυμο Μέρκελ - Σόιμπλε, όπως φάνηκε και από την γκρίνια του Βερολίνου για την επιείκεια των Βρυξελλών απέναντι στους προϋπολογισμούς Γαλλίας και Ιταλίας. Ο κ. Γιουνκέρ πιστεύει, επίσης, ότι «το ίδιο φάρμακο» δεν μπορεί να είναι το ίδιο αποτελεσματικό για όλες τις χώρες, ενώ έχει διαμηνύσει στο Βερολίνο ότι είναι λάθος να εξαντλεί την αυστηρότητά του απέναντι σε μια νέα και σχετικά άπειρη κυβέρνηση. Αλλά, στην παρούσα φάση, οι παρεμβάσεις του προέδρου της Κομισιόν δείχνουν συχνά να πέφτουν πάνω στο τείχος που λέγεται Σόιμπλε.

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Ολοκληρωτικός οικονομικός πόλεμος;

Η ανακωχή που φάνηκε να επιδιώκουν οι εκπρόσωποι του γερμανικού υπουργείου Οκονομικών, όταν δήλωναν το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης ότι «η σχέση των κυρίων Σόιμπλε και Βαρουφάκη είναι πολύ καλύτερη από όσο θεωρείται γενικώς» δεν κράτησε και πολύ. Ο ίδιος ο Γερμανός υπουργός βρέθηκε λίγες ώρες αργότερα καλεσμένος της αυστριακής τηλεόρασης στη Βιέννη και άρχισε πάλι να εξαπολύει τα βέλη του προς την ελληνική κυβέρνηση λέγοντας ότι δεν ξέρει τι να κάνει μαζί της, αφού αυτή δεν τον βοηθάει. Με αυτόν τον τρόπο πάντως βοήθησε ο ίδιος να καταλάβουν και αυτοί που δεν θέλουν ότι το πρόβλημα του δεν είναι το ντύσιμο ή η συμπεριφορά του Γιάνη Βαρουφάκη αλλά τα όσα εκφράζει ως θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης. 
Με απλά λόγια: Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δείχνει να μη μπορεί να χωνέψει ακόμα με τίποτα το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές. Ή αν το έχει χωνέψει έχει βάλει σκοπό του να υποτάξει ή ακόμα καλύτερα να γκρεμίσει αυτή την κυβέρνηση των ανυπάκοων που αμφισβητούν το αλάθητό του.
Δεν είναι εκρήξεις θυμού ή αγανάκτησης για τις υποτιθέμενες προσβολές των Ελλήνων, όπως κάποιοι κολλημένοι ακόμα στην εποχή της δημοσιογραφίας του lifestyle προσπαθούν να πείσουν την κοινή γνώμη στις δύο χώρες. Ο κ. Σόιμπλε λειτουργεί βάσει σχεδίου και φυσικά δεν θεωρεί καθόλου αφελή τον αντίπαλό του. Το αντίθετο. Τον θεωρεί απειλητικό για την ως τώρα πολιτική του, που κανείς δεν είχε τολμήσει να αμφισβητήσει. Αυτοί που προσπαθούν να προσωποποιήσουν το πρόβλημα και να αφήσουν μάλιστα να εννοηθεί ότι πιθανώς η κυρία Μέρκελ να μην εγκρίνει αυτές του τις βερμαπλιστικές βολές κατά της Αθήνας είτε είναι πολύ αθώοι, είτε απλά θέλουν να αποστρέψουν το βλέμμα από την βαθιά πολιτική ουσία αυτής της αντιπαράθεσης.
Ο κ. Σόιμπλε δεν επέλεξε τυχαία να κάνει συνέντευξη τύπου μετά το ECOFIN κάτι που άλλες φορές το βαριόταν. Ξεκίνησε λέγοντας ότι δεν συζητήθηκε και πολύ το θέμα της Ελλάδας, αλλά ήξερε ότι οι δημοσιογράφοι που διψούν για... αίμα θα τον βομβαρδίσουν με ερωτήσεις ακριβώς για αυτό. Είναι πλέον τακτική. Και η τακτική δείχνει σαν στόχο την υποταγή. Το ερώτημα είναι βεβαίως ποιά είναι η στρατηγική; Θα φτάσει μέχρι τα άκρα ο άνθρωπος, που πάντα πίστευε ότι όλες οι χώρες της Ευρώπης δεν μπορεί να είναι ίσες μεταξύ τους για αυτό και θα πρέπει να φτιαχτεί ένας ισχυρός πυρήνας που θα τραβάει μπροστά. Οι άλλοι μπορούν να παρακολουθούν, να θαυμάζουν, να ζηλεύουν λίγο ίσως και να βάζουν και αυτοί καθημερινά τα δυνατά τους για να προβιβαστούν στην «διακεκριμένη θέση». Είναι λοιπόν αυτή η στρατηγική; 
Οσο η μάχη κορυφώνεται, όσο η Αθήνα δείχνει ότι δεν είναι έτοιμη να συνθηκολογήσει άνευ όρων, τόσο και το ερώτημα θα διατυπώνεται και πιο ξεκάθαρα, πιο κυνικά: «Μνημόνιο ή δραχμή. Εσείς διαλέγετε».
Ετσι όπως το διατύπωσε και το ολλανδικό φερέφωνο, ο «σπασίκλας με τις μπούκλες», όπως τον είχε χαρακτηρίσει ένα (ευτυχώς όχι ελληνικό) έντυπο. Αυτό που κάποιοι αποκαλούν «Graccident» κάθε άλλο παρά ως ατύχημα δείχνει να το θεωρεί πια το τραπεζικό και βιομηχανικό κατεστημένο που πάντα έβρισκε τρόπους να τιμωρεί τους παρεκκλίνοντες. Για κάποιους ίσως να είναι και το «ευτύχημα» που ονειρεύονταν από την αρχή κιόλας της κρίσης. Ισως η Κύπρος να ήταν πολύ μικρή και η Ιταλία να δείχνει πολύ μεγάλη για ένα τέτοιο πείραμα. Η μικρομεσαία Ελλάδα φαντάζει στα μάτια τους ιδανική.
Η σημερινή πολιτική ηγεσία στο Βερολίνο μοιάζει αδύνατον να καταλάβει πώς μπορεί να συνεχίζει να αυθαδιάζει μια χώρα που «στίβει την πέτρα» για να ανταποκριθεί στις οικονομικές της ανάγκες. Και εξοργίζεται όταν αυτή η ίδια χώρα τις θυμίζει τις ιστορικές της ευθύνες και υποχρεώσεις, που σφυρίζοντας αδιάφορα μετά το 1990 η γερμανική πολιτική ελίτ εκτίμησε ότι θεωρήθηκαν από όλους ως εκπληρωμένες. Η οργή της γερμανικής κυβέρνησης για το θράσος της ελληνικής Βουλής να ανοίξει συζήτηση περί αποζημιώσεων είναι ένα ακόμα δείγμα της αλλαζονείας, που είχε φωλιάσει στη καγκελαρία απολαμβάνοντας τη ζεστασία που αυτονόητα εκπέμπει το «κέντρο ελέγχου της γερμανικής Ευρώπης». Η εθνική ομοψυχία που συντηρητικός και φιλελεύθερος τύπος επέιδειξαν απέναντι στο θράσος των καταχρεωμένων, που τολμούν να ξύνουν παλιές πληγές δείχνει τελικά πόσο διαφορετική είναι η σημερινή Γερμανία της Ανγκέλα Μέρκελ, από εκείνη τη χώρα που υποσχόταν ότι θα ανταμείψει με εγκράτεια, υπευθυνότητα και επίδειξη αλληλεγγύης το δώρο που της έκαναν οι άλλοτε εχθροί και μετέπειτα σύμμαχοι, συμφωνώντας στην επανένωσή της.
Φυσικά και δε μπορεί να κάνει κανείς συγκρίσεις σήμερα με άλλες εποχές. Ούτε να κυνηγάει φαντάσματα ντυμένα με γκρίζες στρατιωτικές στολές. Αλλά η απολυτότητα με την οποία σύσσωμος ο γερμανικός συστημικός τύπος, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, επιχειρεί να απαξιώσει τον ελληνικό λαό δείχνει ότι εδώ μιλάμε πλέον για μια πλήρη και συστηματικά προσχεδιασμένη κινητοποίηση. Που είναι τόσο καλά οργανωμένη, τόσο συστηματικά ταϊσμένη με στερεότυπα και επαναλήψεις ψευδών ή ημιψευδών επιχειρημάτων, που έχει συχνά τρυπώσει και στα κεφάλια ανθρώπων που πιστεύουν και οι ίδιοι ότι χρειάζεται να δείξουν λίγη συμπάθεια και κατανόηση για τους Ελληνες. Μοιάζει πια με ολοκληρωτικό πόλεμο. Με όπλο την οικονομική ισχύ και ευαγγέλιο την ιδεολογία της απάνθρωπης λιτότητας για τους λαούς για να μπορούν να θεριεύουν σε ανάστημα οι ...δείκτες.

Το έχουν καταλάβει πια και άνθρωποι που θαύμαζαν κάποτε την Γερμανία. Εχουν αρχίσει να την φοβούνται και εκείνοι που πίστευαν ότι της αξίζει και της αρμόζει δικαιωματικά ο ρόλος της ηγέτιδας δύναμης στην Ευρώπη. Το μαρτυρούν οι σπασμωδικές προσπάθειες του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ να διαφοροποιηθεί κάπως από τη μονολιθική γραμμή, υπό την απειλή ολοένα και νέων αποκαλύψεων για το αμαρτωλό παρελθόν του. 
Οι εκκλήσεις του στους Ευρωπαίους να δουν το πραγματικό μέγεθος της κοινωνικής καταστροφής στην Ελλάδα. Αλλά την ώρα που ο Σόιμπλε έχει πίσω του την ισχυρότερη βιομηχανία της Ευρώπης, στρατιές αυτάρεσκων γραφιάδων και ένα λαό που τον βλέπει σαν τον ακοίμητο φρουρό των... αποταμιεύσεων του, ο Γιούνκερ διαθέτει απλά ένα σώμα καλοπληρωμένων τεχνοκρατών, που απλά θέλει να αποφεύγει απρόβλεπτες καταστάσεις γιατί έχει γαλουχηθεί με την πίστη, ότι η κανονικότητα και η προβλεψιμότητα ήταν ακριβώς αυτές που του έδωσαν την ευκαιρία να απολαμβάνει μια ζωή λίγο πιο αναβαθμισμένη από ότι επιτρέπει ο μέσος όρος. Ισότητα όπλων δεν την λες. Αλλά και αυτοί που ξεκίνησαν αυτή τη μάχη πρέπει να το γνώριζαν.

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Η ταινία που …ξετρέλανε τη Μέρκελ

«Στα ίχνη της Τρόικα - Εξουσία δίχως έλεγχο» λέγεται το ντοκυμαντέρ του Χάραλντ Σούμαν το οποίο προβλήθηκε από τη γερμανική δημόσια τηλεόραση ARD εξόργισε τους Γερμανούς Χριστιανοδημοκράτες και θύμισε στο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε πόσο αντιπαθεί το Γιάνη Βαρουφάκη.

Του ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ, από την «Επένδυση»

«Μετά από τόσες δεκαετίες δουλειάς για πρώτη φορά γίνομαι πρωτοσέλιδο στην Bild. Εντάξει τις άλλες επιθέσεις λίγο πολύ τις περίμενα» O 58χρονος δημοσιογράφος της εφημερίδας Tagesspiegel αντιμετωπίζει με χιούμορ την επίθεση της κίτρινης εφημερίδας. Εχει περάσει από τα μεγαλύτερα «μαγαζιά» της Γερμανίας. Εχει υπογράψει βιβλία που έγιναν μπεστ σέλλερ, όπως «Η παγίδα της παγκοσμιοποίησης» την δεκαετία του ‘90 και έχει κάνει ντοκιμαντέρ, με επίκεντρο συνήθως την οικονομία. Την μεγαλύτερη δημοσιότητα γνώρισε όμως η τελευταία του δουλειά «Τα ίχνη της Τρόικα-Εξουσία δίχως έλεγχο» όπου αναφέρεται στις γκρίζες δραστηριότητες των κυρίων με τα σκούρα κοστούμια, που ανέτρεψαν ολόκληρες κοινωνικές δομές σε μια σειρά από χώρες του Νότου. Χρειάστηκαν περίπου δύο χρόνια δουλειάς και μια σειρά από ταξίδια σε Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρο και φυσικά στις Βρυξέλλες μέχρι να φτάσει στο τελικό μοντάζ. Η ταινία ολοκληρώθηκε μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και με αυτά ακριβώς τα πλάνα ξεκινάει. Από την ημέρα προβολής του φιλμ στο πρώτο κανάλι της δημόσιας γερμανικής τηλεόρασης ARD τη νύχτα της περασμένης Δευτέρας, ο συντηρητικός Τύπος της πατρίδας του με πρώτες και καλύτερες την κίτρινη Bild αλλά και τις «θεσμικά» κεντροδεξιές FAZ & Welt εξαπέλυσαν δριμύτατες επιθέσεις εναντίον του και έγραψαν δεκάδες χιλιάδες λέξεις για να αποδομήσουν την εκδοχή της σύγχρονης ιστορίας που παρουσίασε στους Γερμανούς τηλεθεατές, μερικοί από τους οποίους άκουσαν και είδαν πράγματα, τα οποία και αγνοούσαν εντελώς. «Αυτός ήταν άλλωστε και ο στόχος μου» λέει ο Σούμαν. Να πει κάτι που θα ξεφεύγει από το κλασικό νεοφιλελεύθερο αφήγημα του φιλοκυβερνητικού τύπου «γνώμης» και να εξηγήσει ότι το «σχέδιο δεν ήταν να σωθεί η Ελλάδα αλλά οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες». Κάτι που τον είχε απασχολήσει και στο πρώτο του τηλεοπτικό εγχείρημα το 2013, το οποίο μάλιστα είχε βραβευτεί ως καλύτερη τηλεοπτική δουλειά.
«Δεν με ξαφνιάζει ο τρόπος που αντέδρασαν κάποιοι συνάδελφοι μου. Απλά το αστείο της υπόθεσης είναι ότι την προηγούμενη ημέρα στις πολιτιστικές σελίδες της FAZ υπήρχε μια πολύ θετική παρουσίαση της ταινίας» μας λέει ο Σούμαν. Πράγματι, στην δευτεριάτικη έκδοσή της η συντηρητική εφημερίδα της Φρανκφούρτης φιλοξενούσε μια παρουσίαση της ταινίας, στην οποία μεταξύ άλλων έγραφε ότι «το δυνατό σημείο της είναι ότι αντιπαραβάλει την οπτική των τεχνοκρατών, που λειτουργούν για λογαριασμό του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και της Κομισιόν με τις εμπειρίες των ανθρώπων, που έχουν υποστεί αυτές τις πολιτικές».
Όμως την επομένη της προβολής στις πολιτικές της σελίδες η εφημερίδα που έχει μονίμως στο στόχαστρο τη νέα ελληνική κυβέρνηση περνούσε γενεές δεκατέσσερις την ταινία, την οποία και χαρακτήριζε μεροληπτική και κατακεραύνωνε το σενάριο της αλλά και τα δύο κανάλια δηλαδή το δημόσιο ARD, αλλά και το γαλλογερμανικό arte το οποίο είχε προηγηθεί νωρίτερα προβάλλοντας μάλιστα μια ακόμα μεγαλύτερη σε διάρκεια εκδοχή της.
Σε σχόλιο του μάλιστα ένας από τους δημοσιογράφους, που έχουν γίνει γνωστοί για τη φιλομνημονιακή τους προσέγγιση και την πραγματικά «μεροληπτική» παρουσίαση του στυλ «δεν υπάρχει άλλη λύση από την Τρόικα», αλλά και για τις στενές σχέσεις με συγκεκριμένα μέσα και πολιτικούς στην Αθήνα ειρωνεύεται λέγοντας ότι «πολύς χρόνος και χρήμα για τη δημοσιογραφική έρευνα δεν οδηγούν απαραίτητα σε στέρεα αποτελέσματα».
Την ίδια στιγμή η Welt μιλούσε για παραμύθι και προσπαθούσε εσπευσμένα με ένα μακροσκελές της κείμενο να αποδομήσει κομμάτι-κομμάτι το ρεπορτάζ του Σούμαν. Ενώ σε σχόλιο της είχε τίτλο «διαφημιστικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ» για να παραδεχτεί στη συνέχεια ότι η συγκεκριμένη ταινία πολώνει τα πράγματα. Κάποιοι έφτασαν μάλιστα να πουν ότι ο λόγος, που ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε επιτέθηκε με τόση σφοδρότητα στο Γιάνη Βαρουφάκη την περασμένη Τρίτη από τις Βρυξέλλες ήταν ότι ακριβώς είχε πληροφορηθεί το περιεχόμενό της και κυρίως τα όσα έλεγε στο συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ ο Ελληνας υπουργός Οικονομικών, αλλά σε γυρίσματα και συνεντεύξεις που είχαν γίνει πολύ νωρίτερα, πριν δηλαδή αποφασίσει καν να ασχοληθεί με την πολιτική.
Η διοίκηση του σταθμού που έκλεισε το συμβόλαιο για την ταινία του rbb στο Βερολίνο απάντησε πάντως με μεγάλη ψυχραιμία στις αιτιάσεις, λέγοντας ότι γνώριζαν ότι το θέμα είναι έτσι κι αλλιώς αμφιλεγόμενο και προκαλεί αντιπαραθέσεις, αλλά αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο για μπορέσει κανείς να σχηματίσει σφαιρική γνώμη για ένα τόσο δύσκολο θέμα.

Και για τον Σούμαν πάντως τίποτα από όλα τα παραπάνω δεν αποτελεί έκπληξη, αφού γνωρίζει καλά ότι οποιαδήποτε προσέγγιση ξεφεύγει από το κλασσικό κλισέ του «χαραμοφάη Ελληνα» δεν αρέσει σε συγκεκριμένους κύκλους στο βερολίνο, που πάντα είχαν στόχο να συσκοτίζει τα πραγματικά αίτια της κρίσης. Αποφεύγει να απαντήσει στα πικρά σχόλια κάποιων συναδέλφων του και παραδέχεται ότι η παρουσίαση των γεγονότων προφανώς και δεν θα άρεσε στους γερμανούς χριστιανοδημοκράτες. Τονίζει επίσης ότι δεν περίμενε ότι θα κάνει το Γερμανό υπουργό Οικονομικών και την καγκελάριο Μέρκελ να αλλάξουν πολιτική, αφού έχει προ πολλού πειστεί, ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψουν τον «μονολιθικό δογματισμό με τον οποίο προσπαθούν να επιβάλουν τη λιτότητα ως μη έχουσα καμιά εναλλακτική» στην Ευρώπη. Και προεξοφλεί ότι η στάση απέναντι στην Αθήνα θα παραμείνει σκληρή μέχρι τέλους. «Η αντίδραση του κυρίου Σόιμπλε δείχνει ότι θέλει την άνευ όρων υποταγή της ελληνικής κυβέρνησης ή αν χρειαστεί ακόμα και την πτώση της. Θέλει να στείλει το μήνυμα ότι δε μπορεί να υπάρχει κυβέρνηση της Αριστεράς στην Ευρώπη»

Κέλτικη εξέγερση για το νερό

Τα μνημόνια τελείωσαν στην Ιρλανδία, αλλά η κυβέρνηση ψάχνει τρόπους να αυξήσει τα έσοδά της προκειμένου να τιθασεύσει το υπέρογκο δημόσιο χρέος και ζητά από τα νοικοκυριά να πληρώνουν για κάτι που ως τώρα θεωρείτο αυτονόητο

Του Κώστα Αργυρού, Από την «Επένδυση»

Στις 21 Μαρτίου οι δρόμοι του Δουβλίνου θα γεμίσουν για ακόμα μια φορά από Ιρλανδούς που θα διαδηλώσουν για το δικαίωμα τους στο νερό. Δεν θα είναι η πρώτη φορά και πιθανότατα ούτε και η τελευταία που οι Κέλτες θα υπερασπιστούν αυτό που επί αιώνες θεωρούσαν αυτονόητο. Την δωρεάν πρόσβαση στο βασικό αγαθό, που χρειάζεται ο άνθρωπος για να επιβιώσει. Αν κρίνει κανείς από τις προηγούμενες ανάλογες συγκεντρώσεις των τελευταίων μηνών αναμένεται ότι το κέντρο της πόλης θα πλημμυρίσει για μια ακόμα φορά. Πολύ περισσότερο, που τώρα έχουν προηγηθεί και συλλήψεις μελών της ιρλανδικής εκδοχής του κινήματος «δεν πληρώνω».
Η πρώτη αντίστοιχη μεγάλη διαδήλωση έγινε στα μέσα του περασμένου Οκτωβρίου όταν και ανακοινώθηκε το μέτρο, που θα επιφέρει μια ετήσια επιβάρυνση της τάξης των 240 ευρώ κατά μέσο όρο για περίπου 2.000.000 νοικοκυριά. Το μέτρο αυτό ξεκίνησε να ισχύει από φέτος και οι πρώτοι λογαριασμοί προβλέπεται ότι θα έρθουν τον Απρίλιο. Ομως είναι πάρα πολλοί οι Ιρλανδοί, που δηλώνουν ότι δεν θα πληρώσουν, αφού θεωρούν το μέτρο άδικο και κυρίως «άνισο» αφού πλήττει περισσότερο τα χαμηλότερα στρώματα. Υπολογίζεται ότι μόλις 60% των νοικοκυριών προχώρησαν στην υποχρεωτική καταγραφή που προέβλεπε ο σχετικός νόμος και αυτό παρά το γεγονός ότι η σχετική καταληκτική προθεσμία μετατέθηκε ήδη τρεις φορές. Σε μια χώρα 4,6 εκατομμυρίων κατοίκων υπάρχουν ενάμιση εκατομμύριο άνθρωποι, που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και εξαρτώνται από κάποιου είδους βοήθημα. Η πρόσθετη επιβάρυνση για το δίκτυο ύδρευσης, το οποίο μέχρι τώρα χρηματοδοτείται από τον τακτικό προϋπολογισμό, εκτιμάται ότι θα πλήξει ακριβώς αυτούς.
Το βάρος της διαμαρτυρίας σηκώνει η οργάνωση right2water η οποία φυσικά και αξιοποιεί όλα τα όπλα του διαδικτύου για τον συντονισμό των δράσεων της και δεν έδειξε να πτοείται και από τις συλλήψεις μελών της στις αρχές Φεβρουαρίου.
Η «κέλτικη εξέγερση» για το νερό εξέπληξε αρκετούς. Οι Ιρλανδοί είχαν δεχτεί σχετικά παθητικά τις πολιτικές της τρόικα, η οποία εγκατέλειψε τη χώρα στα τέλη του 2013. Ομως οι πολιτικές της λιτότητας συνεχίζονται αφού μπορεί η χώρα να παρουοιάζεται σαν υπόδειγμα για την υπέρβαση της κρίσης αλλά αυτό κάθε άλλο παρά έχει αντίχτυπο στην κοινωνία. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι περίπου 80.000 Ιρλανδοί κατά μέσο όρο επέλεξαν την μετανάστευση τα τελευταία χρόνια για να βρουν καλύτερη τύχη σε κάποια άλλη γωνιά του κόσμου. Αυτοί που κατέβηκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν δεν ήταν και πολλοί, αφού η κοινωνία αντιμετώπισε τπουλάχιστον αρχικά σαν ένα συλλογικό σοκ την κρίση που ξεκίνησε από τον τραπεζικό τομέα και επεκτάθηκε και στην υπόλοιπη οικονομία.
Ομως η μεταμνημονιακή υποχρέωση φορολόγησης του νερού έγινε στην κυριολεξία η σταγόνα, που ξεχείλισε το ποτήρι και αυτό εξηγεί και τις μαζικές και οργισμένες αντιδράσεις, τις οποίες δεν περίμενε η κυβέρνηση. Οι Ιρλανδοί θεωρούν ότι δεν πλήρωσαν για την κρίση αυτοί που θα έπρεπε και η εξεταστική επιτροπή, που ερευνά εδώ και μερικές βδομάδες τα αίτια της τραπεζικής κρίσης, που ξεκίνησε το 2010 δεν γεννά και πολλές ελπίδες στους περισότερους ότι θα φέρει στο φως κάτι ουσιαστικό και θα οδηγήσει στο να τιμωρηθούν κάποιοι ένοχοι.

Ένα τεστ για την Ευρώπη
Για πολλούς η υπόθεση του νερού στην Ιρλανδία μπορεί να αποτελέσει και ένα τεστ για το τι θα συμβεί τα επόμενα χρόνια στην υπόλοιπη Ευρώπη. «Το νερό θα είναι το πετρέλαιο του μέλλοντος» λέγεται συχνά και προφανώς είναι σημαντικό να ξεριζωθεί η αντίληψη από τις κοινωνίες ότι είναι ένα δωρεάν αγαθό. Η ΕΕ δεν μιλά ακόμα για την ιδιωτικοποίηση του τομέα ύδρευσης ως συνολική κοινοτική πολιτική, αλλά δεν την βλέπει απαραίτητα και με κακό μάτι όπως έχει δείξει το παράδειγμα κάποιων χωρών. Ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις που επιχειρήθηκε η ιδιωτικοποίηση το σχέδιο δεν προχώρησε ικανοποιητικά και ακυρώθηκε. Για να μπορέσει η διαχείριση του νερού να καταστεί κερδοφόρα θα πρέπει πρώτα οι πολίτες να συμφιλιωθούν με την ιδέα ότι θα πρέπει να το πληρώνουν πολύ ακριβότερα.

Βλέποντας αυτές τις τάσεις κάποιες οργανώσεις πέτυχαν να περάσει το 2010 στον ΟΗΕ ένα ψήφισμα που χαρακτηρίζει «ανθρώπινο δικαίωμα την ασφαλή πρόσβαση σε καθαρό και πόσιμο νερό ως προϋπόθεση για το δικαίωμα στη ζωή». Πάντως σε εκείνη την ψηφοφορία η ιρλανδική κυβέρνηση είχε επιλέξει την αποχή. Προφανώς κάτι είχε από τότε στο μυαλό της. Αλλωστε μπορεί η Ιρλανδία να παρουσιάζεται ως υπόδειγμα πειθαρχίας για την έξοδο από την κρίση αλλά το δημόσιο χρέος της έχει τριπλασιαστεί από τότε που αποφάσισε να σώσει τις συστημικές της τράπεζες. Από 42,6% όταν ξεκίνησε η κρίση έχει φτάσει σήμερα στο 112% του ΑΕΠ. Και απορροφά πολλά δισ. κάθε χρόνο για την εξυπηρέτηση του.

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Η εμπιστοσύνη του κυρίου Σόιμπλε...

 Του Κώστα Αργυρού, από το news247

«Πλάνταξαν στο κλάμα» κάποιοι Γερμανοί δημοσιογράφοι και ακολούθησαν μετά και κάποιοι ετερόφωτοι δικοί μας από την «αποκάλυψη» του Γιάνη Βαρουφάκη ότι δεν είχε σαν πρώτη  προτεραιότητά του να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.
Αυτό  λοιπόν θα καθορίζει από εδώ και πέρα την «ποιότητα» μιας ευρωπαϊκής κυβέρνησης και την αντιμετώπιση της από την υπόλοιπη Ευρώπη; Αν θα την εμπιστεύεται ο Σόιμπλε; Ποιό είναι τότε το νόημα των εκλογών αν το υπέρτατο κριτήριο για την τύχη μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης είναι να ταιριάζει στα γούστα ενός βράχου της λογικής της σιδερένιας φτέρνας;
Ανεξάρτητα από το πώς βλέπει κανείς το Γιάνη Βαρουφάκη και τις όποιες ενστάσεις μπορεί να διατυπώσει για συγκεκριμένες μεθόδους του, η παραπάνω «αποκάλυψη» μάλλον εύσημο μπορεί να χαρακτηριστεί. Γιατί «απολαύσαμε» και στο παρελθόν τι σημαίνει να έχεις την «εμπιστοσύνη του Σόιμπλε». Και κυρίως ζούμε τώρα τους όρους και το βασικό κριτήριο, που θέτει ο ίδιος για να μπορέσουμε να την ανακτήσουμε: Ανευ όρων υποταγή.
Μια τέτοια εμπιστοσύνη κανένας Ευρωπαίος δεν θα έλεγε ότι θέλει να την έχει, αν τον ρωτούσαν και τον διαβεβαίωναν ότι μπορεί να απαντήσει ελεύθερα, χωρίς φόβο.
Αλλά ας αντιστρέψουμε το ερώτημα. Ο κύριος Σόιμπλε ενδιαφέρεται να τυγχάνει της εμπιστοσύνης των υπολοίπων στην Ευρώπη; Γιατί η συμπεριφορά του δείχνει ότι είναι οπαδός της θεωρίας «καλύτερα να σε φοβούνται παρά να σε σέβονται».
Τι εμπιστοσύνη μπορείς να έχεις σε έναν υπουργό, που εδώ και μήνες επιδιώκει συστηματικά να προκαταλαμβάνει πάντα τις αποφάσεις των θεσμικών συλλογικών οργάνων της ΕΕ με δηλώσεις του; Που έχει δημόσια επικρίνει επικεφαλής υπερεθνικών οργάνων για αποφάσεις τους που δεν ήταν αρεστές στον ίδιο; Και που όταν δε  μπορεί να επιβάλει το δικό του παρουσιάζει την υποχώρησή του ως δική του θέση; Που προτιμά να μιλά στα μέσα που θέλει, όταν θέλει και χωρίς αντίλογο; Που διαρρέει πληροφορίες σε φιλικά του έντυπα για να στριμώξει τους συνομιλητές του; Που εδώ και δύο δεκαετίες υποστηρίζει τη θέση για μια Ευρώπη «πυρήνα» με τη Γερμανία και τους ισχυρούς και πρόθυμους-υπάκουους στην Α' κατηγορία και τους άλλους εξοστρακισμένους σε χαμηλότερες «βαθμίδες»; Που ουσιαστικά αυτό που διαμηνύει σε όλη την Ευρώπη εκβιάζοντας την Ελλάδα είναι «όποιου δεν του αρέσει μπορεί να μας αδειάσει τη γωνιά»;
Αναρωτήθηκε ποτέ ο ίδιος και οι θαυμαστές του μήπως τελικά το κεντρικό πρόβλημα της Ευρώπης σήμερα είναι ακριβώς ότι η πιο μεγάλη και ισχυρή της χώρα έχει πάψει πλέον να εμπνέει εμπιστοσύνη στους εταίρους και σταδικά τους φοβίζει όλο και περισσότερο. Γιατί αυτό είναι το μικρόβιο, που ροκανίζει τα θεμέλια της Ευρώπης αργά, αλλά σταθερά τα τελευταία χρόνια. Αυτό είναι το μεγάλο έλλειμμα εμπιστοσύνης που απειλεί να μας γυρίσει πίσω σε άλλες δεκαετίες. Το έλλειμμα εμπιστοσύνης προς το Βερολίνο. Το οποίο προσπαθούν βέβαια να αποκρύψουν με ενορχηστρωμένα-κατευθυνόμενα δημοσιεύματα για τους κινδύνους από τα ελλείματα της Ελλάδας. 
Ποτέ άλλοτε τα τελευταία 30 χρόνια η γερμανική πολιτική ηγεσία δεν είχε στρατευθεί τόσο συμπαγώς πίσω από μια  ολοκληρωτικά εθνική γραμμή εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων. Ποτέ άλλοτε η κοινή γνώμη δεν είχε τόσο μαζικά χειραγωγηθεί με στόχο να πιστέψει στη γερμανική ανωτερότητα, που ξεκινά από την οικονομία και διαχέεται σε όλα τα υπόλοιπα πεδία της κοινωνικής ζωής. Ας μη μιλούν λοιπόν για εμπιστοσύνη εκείνοι, που την έχουν εξορίσει ολοκληρωτικά από την ατζέντα τους. Αυτή την εμπιστοσύνη το Βερολίνο ούτε την απολαμβάνει ούτε δείχνει καμιά διάθεση να την ανακτήσει. Μπορείς να πεις αυτή την πολιτική κοντόφθαλμη, ανιστόρητη, εγωκεντρική ή παράλογη. Σημασία δεν έχει τόσο αυτό. Σημασία έχει ότι αποδεικνύεται μοιραία.

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

Τι είναι η Bild


Εδώ και καιρό η BILD έχει αφαιρέσει από λογότυπο και διαφημιστικές εκστρατείες της την λέξη «Τσάιτουνγκ» δηλαδή εφημερίδα. Είναι απλά η BILD με ότι μπορεί να υποδηλώνει αυτό. Ένα σύμβολο της σύγχρονης Γερμανίας, μια πυξίδα του τι σκέφτονται και κυρίως τι φοβούνται οι νοικοκυραίοι; Οι επιθέσεις των τελευταίων εβδομάδων κατά της Ελλάδας δεν ήταν κάτι καινούριο. Από τότε που ξεκίνησε η κρίση η εφημερίδα, που κάποτε την αγόραζαν 7 και 8 εκατομμύρια άνθρωποι και τη διάβαζε η …μισή Γερμανία βρήκε στο πρόσωπο της «χρεωκοπημένης Ελλάδας» έναν αγαπημένο εχθρό. Τα πρωτοσέλιδα, που καλούσαν την τότε κυβέρνηση να πουλήσει τα νησιά μας αλλά και την Ακρόπολη φυσικά και δεν εμπεριέχουν καμιά λογική. Αλλά είναι ένα εύκολο ανάγνωσμα, που προφανώς θα συζητηθεί. Θα το δουν ακόμα και αυτοί που δεν θα την αγοράσουν.
Κάποιοι λένε ότι ο όρος «εφημερίδα» αφαιρέθηκε λόγω μιας δικαστικής απόφασης ύστερα από κάποια άλλη χυδαία εκστρατεία, που οδήγησε σε δικαστική ήττα. Και τέτοιες υπάρχουν αρκετές. Αλλά αυτό είναι αστικός μύθος. Η BILD αισθάνεται πολύ ισχυρότερη από μια εφημερίδα. Ο όρος είναι πολύ φτωχός για να αποδώσει για την επιρροή της. Το 2011 το ίδρυμα Οττο Μπρένερ στη Φρανκφούρτη πραγματοποίησε μια επιστημονική έρευνα σε σχέση με το πώς παρουσίασε η BILD την κρίση του ευρώ σε σχέση με την Ελλάδα και κατέληξε ακριβώς στο συμπέρασμα ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια εφημερίδα, άσχετα αν τα δημοσιογραφικά εργαλεία χρησιμοποιούνται ως προκάλυμμα.
Όπως λέει ο καθηγητής Βόλφγκανγκ Στορτς ένας εκ των δύο συντακτών της σχετικής μελέτης: «Ξεκινήσαμε όπως και όλοι όσοι καταναλώνουν την BILD στη χώρα από την παραδοχή ότι έχουμε να κάνουμε με μια ημερήσια εφημερίδα, με ένα κυρίως δημοσιογραφικό προϊόν. Είχαμε όμως τόσα πολλά ευρήματα που αποδεικνύουν ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με δημοσιογραφία. Πρόκειται για μια εκστρατεία, για μάρκετινγκ για διαφήμιση, συναντά κανείς στοιχεία PR, έτσι ώστε στο τέλος της έρευνας μας καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι βάσιμα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η BILD δεν είναι δημοσιογραφικό προϊόν.» «Αν η BILD είναι δημοσιογραφία τότε ο Τζέιμς Μποντ είναι ντοκιμαντέρ» γράφει χαρακτηριστικά στην εισαγωγή της η σχετική μελέτη.
Για τον καθηγητή αυτό που προέχει είναι η οικονομική επιτυχία άσχετα αν αυτή προϋποθέτει και την πολιτική επιρροή και δίνει στο έντυπο το ρόλο μιας ακροδεξιάς φωνής. Ο Στορτς είναι πεπεισμένος ότι το στενό «μαρκάρισμα» που έκανε στην πολιτική ηγεσία στο Βερολίνο η BILD σίγουρα επηρέασε το περιβάλλον της κυρίας Μέρκελ: «Η BILD σίγουρα έπαιξε μεγάλο ρόλο με την εκστρατεία της στο να είναι πολύ πιο αυστηροί οι όροι, τους οποίους επέβαλαν η Γερμανία και η ΕΕ για την παροχή της βοήθειας προς την Ελλάδα. Πιστεύω ότι χωρίς αυτή την εκστρατεία όλα θα είχαν αποφασιστεί πολύ πιο ήρεμα και ίσως και μέσα σε μια πολύ πιο ρεαλιστική ατμόσφαιρα.»
Πάντως από τότε, όσοι γνώριζαν τις τακτικές της είχαν προβλέψει ότι η BILD
θα γίνει ακόμα πιο επιθετική, θα χρησιμοποιεί ακόμα περισσότερα μέσα του μάρκετινγκ και της διαφήμισης σε σχέση με την Ελλάδα, θα διαστρεβλώνει και θα τρομοκρατεί ακόμα πιο ανερυθρίαστα, κάτι που αποδείχθηκε απόλυτα σωστό.

Γκύντερ Βάλραφ: Η BILD φτιάχνει πάντα εχθρούς
Η αντιπαλότητα του Γκύντερ Βάλλραφ με τη BILD πάει μερικές δεκαετίες πίσω και δεν έχει χάσει καθόλου από την παλιά της ένταση. Ο δημοσιογράφος, που το 1974 είχε αλυσοδεθεί στο Σύνταγμα διαμαρτυρόμενος κατά της χούντας των συνταγματαρχών και γι’ αυτό συνελήφθη και κατέληξε στον Κορυδαλλό, από όπου και απελευθερώθηκε μετά το τέλος της δικτατορίας, είχε ανοίξει παρτίδες με το κίτρινο έντυπο από το 1977. Τότε είχε εργαστεί στα γραφεία της εφημερίδας στο Ανόβερο και είχε αποκαλύψει στη συνέχεια σε ένα βιβλίο του (Der Aufmacher=Το πρωτοσέλιδο) τις μεθόδους που χρησιμοποιεί η BILD για να κατασκευάσει ειδήσεις. Οι αποκαλύψεις του είχαν θίξει το γόητρο του εντύπου και έδωσαν το έναυσμα για μια μακροχρόνια αντιπαράθεση εντός και εκτός δικαστηρίων. Ο Βάλλραφ συνεχίζει ακόμα και σήμερα να μάχεται εναντίον του τρόπου, που βλέπει τη δημοσιογραφία η εφημερίδα, αναγνωρίζοντας στους αντιπάλους του ότι είναι «αρκετά έξυπνοι και κατάφεραν με αυτό το μίγμα του φαινομενικά απολιτικού φύλλου με ιστορίες για σεξ και εγκλήματα να εκπροσωπήσουν και να επιβάλουν και καθαρά πολιτικά συμφέροντα.» Για τον Γερμανό δημοσιογράφο η BILD δεν είναι απλά ένα εμπορικό προϊόν χαμηλού επιπέδου αλλά εξυπηρετεί πρωτίστως πολιτικά παιχνίδια. Ουσιαστικά αντικαθιστούσε μέχρι τώρα το ακροδεξιό κόμμα, που δεν υπήρχε στη Γερμανία αλλά καθόριζε σε μεγάλο βαθμό την πολιτική ατζέντα: «στηρίζει κάποιους συγκεκριμένους πολιτικούς και επιδιώκει να επηρεάζει την κυβέρνηση προς πιο εθνικό-γερμανικές πολιτικές και φυσικά δημιουργεί πάντα "εχθρούς". Η BILD δεν θα υπήρχε χωρίς αυτά τα στερεότυπα των εχθρών της.» Ο Βάλλραφ μιλά για Ελληνες φίλους του, που ζουν στην Γερμανία, μάλιστα κάποιοι έχουν κιόλας γεννηθεί εκεί και αντιμετωπίζονται πλέον με καχυποψία. «Μιλάμε για πραγματική υποδαύλιση μίσους… Υπάρχουν περιστατικά, που Ελληνες έχουν δεχτεί επιθέσεις».
Τα τελευταία χρόνια πάντως η εμφάνιση του Κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία» έχει αλλάξει τα δεδομένα και το κενό αυτό στον ακροδεξιό χώρο έχει σε μεγάλο βαθμό καλυφθεί. Από την άλλη η BILD βλέπει ότι δεν έχει τις κυκλοφορίες άλλων εποχών και αυτό την κάνει ακόμα πιο επιθετική ακόμα πιο προκλητική, ακόμα πιο ακραία. Αξιοποιεί φυσικά και τις νέες τεχνολογίες για να αντισταθμίσει τις απώλειες από την έντυπη έκδοσή της. Η προτροπή στους αναγνώστες να βγάλουν selfies με το «ΝΕΙΝ» κατά των Ελλήνων και να τις ανεβάσουν στο διαδίκτυο είναι ένα μόνο από τα διαφημιστικά της κόλπα.